Ο Ντέιβιντ Αντρους πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κάνοντας πεζοπορία με ένα σακίδιο στην πλάτη και ορεινή ποδηλασία κοντά στο σπίτι του στο Κολοράντο. Οταν απέκτησε το πρώτο του εγγόνι, σε ηλικία 72 ετών, υπέφερε πλέον από μια εκφυλιστική πάθηση της σπονδυλικής στήλης, η οποία ανησυχούσε ότι θα περιόριζε τον χρόνο που θα περνούσε μαζί του. «Δεν θα μπορώ να του μάθω ποδόσφαιρο ή μπέιζμπολ ή άλλα τέτοια πράγματα» λέει ο Αντρους αναφερόμενος στον Σίνταρ, τον μόλις 10 μηνών εγγονό του. Ωστόσο, το γεγονός ότι έγινε παππούς αφού συνταξιοδοτήθηκε του επέτρεψε να μετακομίσει κοντά στον εγγονό του λίγο μετά τη γέννησή του.
Η τάση των Αμερικανών να καθυστερούν να κάνουν παιδιά έχει μια παράπλευρη συνέπεια: οι γονείς τους γίνονται παππούδες και γιαγιάδες για πρώτη φορά σε μεγαλύτερη ηλικία. Σήμερα, οι παππούδες ανακαλύπτουν τι σημαίνει να φτάνουν σε αυτό το ορόσημο αργότερα από ό,τι πολλοί ήλπιζαν.
Η αλλαγή αυτή επηρεάζει τα οικονομικά των οικογενειών με αναπάντεχο τρόπο. Οσοι αποκτούν εγγόνια σε μεγαλύτερη ηλικία ενδέχεται να έχουν λιγότερα υγιή χρόνια για να συμμετέχουν ενεργά στη ζωή τους – και σε αυτό περιλαμβάνεται και η δωρεάν φύλαξη των παιδιών. Από την άλλη, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όντας συνταξιούχοι πλέον, είναι πιο πιθανό να έχουν χρόνο για τα εγγόνια τους, ενώ η οικονομική συνεισφορά τους για κάθε εγγόνι αυξάνεται καθώς οι οικογένειες γίνονται πιο ολιγομελείς.
Από το 1960 στο 2026
Το 1960 οι γυναίκες αποκτούσαν συνήθως το πρώτο τους παιδί λίγο μετά τα 20 και η μέση ηλικία που γίνονταν γιαγιάδες ήταν τα 44 έτη, σύμφωνα με εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται σε μια μελέτη της Ντόρα Κόστα (Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας, Λος Αντζελες) και του Μάθιου Καν (Πανεπιστήμιο Νότιας Καλιφόρνιας). Με τα σημερινά δεδομένα, με τις γυναίκες να αποκτούν το πρώτο τους παιδί κατά μέσο όρο σε ηλικία 28 ετών περίπου, αυτό το ορόσημο μετατίθεται στα 57. Η μεταβολή αυτή μειώνει από 28 σε 15 τα υγιή χρόνια που περνούν οι παππούδες με τα εγγόνια τους – σχεδόν στο μισό – σύμφωνα με τους δύο οικονομολόγους, οι οποίοι βάσισαν τους υπολογισμούς τους στην ηλικία που οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί.
«Ακόμη και αν συνυπολογίσουμε την αύξηση του προσδόκιμου υγιούς ζωής, τα υγιή χρόνια με τα εγγόνια θα είναι μειωμένα κατά 30% περίπου» εξηγεί η Κόστα.
Η Σίντι Αλεν, μια 73χρονη συνταξιούχος νηπιαγωγός στο Αμχερστ του Νιου Χάμσιρ, απέκτησε τα πρώτα τέσσερα εγγόνια της όταν ήταν μεταξύ 60 και 70 ετών. Ομως η μεσαία της κόρη απέκτησε το πρώτο της παιδί στα 39, περιμένοντας, όπως πολλοί πτυχιούχοι πανεπιστημίου, να εδραιωθεί επαγγελματικά προτού κάνει οικογένεια. Και έτσι η Αλεν κατέληξε να κυνηγά αγόρια 4 και 6 ετών ενώ υπέφερε από αρθρίτιδα στο γόνατο και ανέρρωνε από μια πρόσφατη επέμβαση καταρράκτη.
Παίρνει τον ρόλο της πολύ σοβαρά, γιατί είναι η μόνη εν ζωή από τους παππούδες και τις γιαγιάδες των εγγονών της, αλλά υπάρχουν όρια. «Μπορώ ακόμα να κλωτσήσω μια μπάλα ποδοσφαίρου, αλλά δεν μπορώ πια να το κάνω επί μία ώρα» σχολιάζει η Αλεν, η οποία απέκτησε το πρώτο της παιδί στα 25.
Το 2023, στις ΗΠΑ, περίπου το 50% των ενηλίκων άνω των 50 ετών – γύρω στα 60,5 εκατομμύρια άνθρωποι – ήταν παππούδες και γιαγιάδες, σύμφωνα με ανάλυση του Εθνικού Κέντρου Ερευνών Γάμου και Οικογένειας του Πολιτειακού Πανεπιστημίου Bowling Green. Μόλις εννέα χρόνια νωρίτερα, το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε 58%. Στη μείωση αυτή συνέβαλαν πολλαπλοί παράγοντες, όπως η αύξηση του πληθυσμού άνω των 50 ετών, η καθυστερημένη τεκνοποίηση και το μικρότερο μέγεθος των οικογενειών, σύμφωνα με την Κρίστα Κέι Γουέστρικ-Πέιν, αναπληρώτρια διευθύντρια του Κέντρου.
500 ώρες και 2.654 δολάρια
Οι παππούδες και οι γιαγιάδες προσφέρουν συχνά σημαντική βοήθεια στους γονείς με μικρά παιδιά. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της AARP, κατά το προηγούμενο έτος συνεισέφεραν κατά μέσο όρο πάνω από 500 ώρες φροντίδας και 2.654 δολάρια από την τσέπη τους για την κάλυψη μιας σειράς αναγκών, συμπεριλαμβανομένων καθημερινών ειδών πρώτης ανάγκης και εξόδων εκπαίδευσης.
Πολλοί ηλικιωμένοι λένε ότι αισθάνονται τυχεροί που τα εγγόνια ήρθαν ενώ απολαμβάνουν τη συνταξιοδότησή τους. Ολοι τους όμως έχουν την ίδια ανησυχία: ότι αυτό σημαίνει πως είναι πιθανότερο να μην είναι σε θέση να συμμετέχουν ενεργά στη ζωή τους στον βαθμό που θα ήθελαν λόγω προβλημάτων υγείας.
Η Ελεν Βανς, που εργαζόταν στον τομέα της διαχείρισης κρατικών επιδοτήσεων, αμφιταλαντευόταν για το πότε να βγει στη σύνταξη, όταν ο γιος και η νύφη της τής ανακοίνωσαν ότι περίμεναν το πρώτο της εγγόνι. Ξαφνικά, η απόφασή της έγινε εύκολη: η 65χρονη παραιτήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο, δύο εβδομάδες πριν υποδεχθεί την εγγονή της, την Αννα. Η Βανς σύντομα ανέλαβε έναν ακόμη πιο απαιτητικό ρόλο. Από τον Ιανουάριο, τρεις έως πέντε ημέρες την εβδομάδα – μαζί με τον σύζυγό της Ντάριλ –, προσέχει την Αννα για περίπου πέντε ώρες, καλύπτοντας το κενό μεταξύ της αναχώρησης του ενός γονέα για τη δουλειά και της επιστροφής του άλλου στο σπίτι. Για να το κάνει αυτό, ξυπνάει στις 5.30 π.μ., βγάζει βόλτα τον σκύλο, ετοιμάζει πρωινό και μεσημεριανό για να πάρει μαζί της και κάνει μια διαδρομή 30 λεπτών με το αυτοκίνητο από το σπίτι τους στο Τσάρλεστον της Δυτικής Βιρτζίνια.
«Είναι η δυσκολότερη δουλειά που θα αγαπήσεις ποτέ» λέει η Βανς. Σύντομα όμως θα πρέπει να σταματήσει, καθώς έχει προγραμματίσει χειρουργείο στη σπονδυλική στήλη λόγω επίμονου πόνου στον αυχένα.
Ο γιος της Γουίλ Βανς, 35 ετών, λέει ότι χαίρεται που η Αννα πέρασε τον πρώτο της χρόνο αποκλειστικά με συγγενείς αντί με ξένους. Η οικογένειά του εξοικονόμησε επίσης χιλιάδες δολάρια γλιτώνοντας τα έξοδα για τη φροντίδα του παιδιού, όπως υπολόγισε. «Ενας λογαριασμός λιγότερο, ιδίως με την ακρίβεια που υπάρχει σήμερα και τις τιμές της βενζίνης στα ύψη, μας επιτρέπει να έχουμε λιγότερα άγχη και να εστιάζουμε περισσότερο στο παιδί» προσθέτει. «Ηταν η τέλεια λύση».
Οι γονείς της συζύγου του, οι οποίοι ζουν περίπου τέσσερις ώρες μακριά, συνταξιοδοτήθηκαν επίσης πρόσφατα και βλέπουν την Αννα αρκετές φορές τον μήνα. «Αν την είχαμε αποκτήσει πριν από πέντε χρόνια, θα ήταν πολύ διαφορετικά» σχολιάζει ο Γουίλ Βανς. «Θα επιβαρυνόμασταν περισσότερο εμείς για να συναντιούνται».
Μια σημαντική παράμετρος
Για όσους σκέφτονται να κάνουν παιδιά, η ηλικία των γονιών τους είναι μια παράμετρος που μπαίνει συχνά στην εξίσωση.
Στο Πόρτλαντ του Ορεγκον, ο Τζεφ Αντρους, 38 ετών, λέει ότι φανταζόταν ότι θα γινόταν πατέρας πιο νωρίς. Ομως, με τη σύντροφό του Αλιξ Τζόλιβετ, 40 ετών, ένιωθαν ότι για να είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στα βάρη μιας οικογένειας έπρεπε πρώτα να αποκτήσουν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια. Ο Αντρους εργάζεται ως διευθυντής παραγωγής και η Τζόλιβετ είναι δασκάλα σε ολοήμερο σχολείο, ενώ παράλληλα κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην κοινωνική εργασία.
Οι γονείς του Αντρους, ο Ντέιβιντ και η Μάρθα, η οποία είναι 72 ετών, μένουν τώρα περίπου 2 μίλια από το σπίτι του, αφού τον Μάιο μετακόμισαν από το Μπόλντερ του Κολοράντο για να είναι πιο κοντά και στους δύο γιους τους. Η μικρή απόσταση τους βγήκε γρήγορα σε καλό, όταν ο Ντέιβιντ έπεσε και χτύπησε σοβαρά, λίγο μετά τη μετακόμιση, και ο Τζεφ μπορούσε να πηγαίνει στο νοσοκομείο. «Εκτιμάμε περισσότερο το χρόνο που έχουμε», λέει ο Τζεφ, «γιατί δεν θα κρατήσει για πάντα».
Παρά τις περιπέτειες της υγείας τους, ο Ντέιβιντ και η Μάρθα λένε ότι το ότι έγιναν παππούδες τούς έχει χαρίσει μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής τους και απολαμβάνουν να έχουν τον Σίνταρ στο επίκεντρο της προσοχής τους. «Δεν χρειαζόμαστε τζάκι. Απλά καθόμαστε όλοι γύρω-γύρω και τον παρακολουθούμε» σχολιάζει η Μάρθα.
Rachel Wolfe
The Wall Street Journal
Πηγή: Το Βήμα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου