Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Έκρηξη διαγνώσεων ΔΕΠΥ-αυτισμού στη Βρετανία: Βάζουμε ταμπέλες στα παιδιά για μια ζωή;

Η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ανησυχητικό παράδοξο. Περισσότερα παιδιά από ποτέ διαγιγνώσκονται με αυτισμό και διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), ωστόσο εκατοντάδες χιλιάδες εξακολουθούν να περιμένουν να αξιολογηθούν και να λάβουν την απαραίτητη υποστήριξη.

Μια σημαντική ανεξάρτητη έκθεση 607 σελίδων, που εκπονήθηκε κατόπιν ανάθεσης της βρετανικής κυβέρνησης, εκφράζει ανησυχίες ότι η χώρα ενδέχεται να πλησιάζει σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής, περνώντας από δεκαετίες υποδιάγνωσης σε μια περίοδο αυξημένου κινδύνου λανθασμένων διαγνώσεων και υπερδιάγνωσης.

Τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Το ποσοστό των εφήβων ηλικίας 12 έως 17 ετών με καταγεγραμμένη διάγνωση αυτισμού έχει αυξηθεί περισσότερο από 40 φορές από το 2000, ενώ οι διαγνώσεις ΔΕΠΥ στην ίδια ηλικιακή ομάδα έχουν αυξηθεί περισσότερο από 15 φορές.

Πίσω όμως από τους αριθμούς κρύβεται ένα πιο σύνθετο ερώτημα: αντανακλούν αυτές οι αυξήσεις μια πραγματική άνοδο των νευροαναπτυξιακών διαταραχών, την καλύτερη αναγνώριση δυσκολιών που στο παρελθόν περνούσαν απαρατήρητες ή ένα σύστημα που τείνει ολοένα περισσότερο να αντιμετωπίζει την παιδική ηλικία με ιατρικούς όρους;

Μιλώντας στο ΒΗΜΑ, ο Philip Asherson, ομότιμος καθηγητής Νευροαναπτυξιακής Ψυχιατρικής στο King’s College του Λονδίνου, εντόπισε αρκετούς παράγοντες πίσω από αυτή την αύξηση, μεταξύ των οποίων η «μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση», η αύξηση των συνυπαρχουσών ψυχικών διαταραχών και η «πιθανή λανθασμένη διάγνωση άλλων ψυχικών διαταραχών».

Επισήμανε επίσης την «αυξημένη πίεση για καλές επιδόσεις στην εκπαίδευση και την εργασία», καθώς και την «πιθανή υπερδιάγνωση από ορισμένες ιδιωτικές εταιρείες».

Η εκτίμησή του αντανακλά το κεντρικό δίλημμα που αντιμετωπίζει το βρετανικό σύστημα υγείας: πώς θα εντοπίζονται όσοι έχουν πραγματικά ανάγκη εξειδικευμένης θεραπείας, χωρίς κάθε συμπεριφορική ή συναισθηματική δυσκολία να μετατρέπεται σε ιατρική διάγνωση.

Η εντυπωσιακή αύξηση των διαγνώσεων

Η έκταση της αύξησης έχει προκαλέσει έκπληξη τόσο στους ερευνητές όσο και στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.

Το 2000, μόλις το 0,1% των εφήβων ηλικίας 12 έως 17 ετών είχε καταγεγραμμένη διάγνωση αυτισμού. Μέχρι το 2025, το ποσοστό είχε φτάσει στο 4,06%.

Μεταξύ των παιδιών ηλικίας έξι έως έντεκα ετών, οι καταγεγραμμένες διαγνώσεις αυτισμού αυξήθηκαν από 0,24% σε 4,58% κατά την ίδια περίοδο.

Οι διαγνώσεις ΔΕΠΥ ακολούθησαν μια εξίσου εντυπωσιακή πορεία, με την καταγεγραμμένη συχνότητα μεταξύ των εφήβων να αυξάνεται από 0,26% σε 3,88%.

Ωστόσο, η έκθεση, υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Peter Fonagy του University College London, προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να συγχέεται ο αριθμός των καταγεγραμμένων διαγνώσεων με την πραγματική συχνότητα αυτών των διαταραχών στον πληθυσμό.

Η καλύτερη διαθέσιμη εκτίμηση για τη συχνότητα του αυτισμού μεταξύ των νέων παραμένει περίπου στο 1,2%, αν και οι συντάκτες αναγνωρίζουν ότι τα σχετικά ερευνητικά δεδομένα είναι παρωχημένα.

Για δεκαετίες, η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός συχνά δεν αναγνωρίζονταν, ιδιαίτερα στα κορίτσια και τις γυναίκες. Η μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση έχει αναμφίβολα βοηθήσει ανθρώπους των οποίων οι δυσκολίες ενδεχομένως να μην είχαν εντοπιστεί στο παρελθόν.

Ωστόσο, η έκθεση προειδοποιεί ότι η ισορροπία των κινδύνων ενδέχεται πλέον να αλλάζει.

Ο καθηγητής Sir Simon Wessely, ψυχίατρος και αντιπρόεδρος της επιτροπής που εκπόνησε την έκθεση, προειδοποίησε για ένα πιθανό σημείο καμπής προς την υπερδιάγνωση και την υπερβολική ιατρικοποίηση.

Είναι σημαντικό ότι οι συντάκτες δεν καταλήγουν στο συμπέρασμα πως η εκτεταμένη υπερδιάγνωση αποτελεί ήδη πραγματικότητα. Υποστηρίζουν ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για να προσδιοριστεί η έκτασή της.

Η γενιά του TikTok: Αλλάζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον τρόπο σκέψης των νέων;

Η έκθεση στρέφει επίσης την προσοχή της στο ψηφιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα σημερινά παιδιά.

Τα smartphones, το TikTok, το Instagram και το YouTube Shorts έχουν μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι επικοινωνούν, μαθαίνουν και συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους άλλους.

Η έκθεση επικαλείται μια ανασκόπηση 71 μελετών, στις οποίες συμμετείχαν σχεδόν 100.000 άτομα και οι οποίες εντόπισαν συσχετίσεις μεταξύ της κατανάλωσης βίντεο μικρής διάρκειας και προβλημάτων προσοχής, άγχους και στρες.

Ωστόσο, τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν άμεση σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Οι νέοι που αντιμετωπίζουν ήδη δυσκολίες συγκέντρωσης ενδέχεται να έλκονται περισσότερο από το γρήγορο ψηφιακό περιεχόμενο, αντί να αναπτύσσουν αυτές τις δυσκολίες εξαιτίας του.

Παρ’ όλα αυτά, η έκθεση διαπιστώνει ότι οι συνεχείς ειδοποιήσεις, οι ψηφιακές διακοπές και η αδιάκοπη διαθεσιμότητα ερεθισμάτων μπορούν να υπονομεύσουν τη συγκέντρωση βραχυπρόθεσμα.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκθέτουν επίσης τους νέους σε πρωτοφανή επίπεδα κοινωνικής σύγκρισης.

Προσεκτικά επιλεγμένες εικόνες ομορφιάς, δημοτικότητας και επιτυχίας μπορούν να εντείνουν τα αισθήματα ανεπάρκειας, ιδιαίτερα μεταξύ των κοριτσιών και των νεαρών γυναικών.

Οι έρευνες που εξετάζονται στην έκθεση συνδέουν τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με επίκεντρο την εξωτερική εμφάνιση με τη δυσαρέσκεια για την εικόνα του σώματος, τη χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και τα καταθλιπτικά συμπτώματα.

Ερωτηθείς από το ΒΗΜΑ σχετικά με την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, του υπερβολικού χρόνου μπροστά στις οθόνες, των ακαδημαϊκών πιέσεων και της πανδημίας, ο καθηγητής Asherson παρέπεμψε στα ευρήματα της έκθεσης.

«Η έκθεση Fonagy καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης αυξάνονται», δήλωσε, προσθέτοντας: «Προφανώς σε σχέση με τους στρεσογόνους παράγοντες που αναφέρετε».

Τα σχόλιά του αναδεικνύουν τη δυσκολία απομόνωσης μίας και μόνο εξήγησης για την επιδείνωση της ψυχικής ευημερίας των νέων.

Μια γενιά υπό πίεση που χάνει την ελπίδα της

Η έκθεση σκιαγραφεί μια ανησυχητική εικόνα μιας γενιάς που βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα μεγαλύτερες ψυχολογικές και οικονομικές πιέσεις.

Η στέγαση έχει γίνει όλο και πιο δυσπρόσιτη οικονομικά, η απασχόληση μοιάζει λιγότερο ασφαλής και ο ανταγωνισμός στην εκπαίδευση έχει ενταθεί.

Ο καθηγητής Fonagy έχει προειδοποιήσει ότι, για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι έρευνες δείχνουν πως οι νέοι δεν περιμένουν πλέον ότι η ζωή τους θα είναι καλύτερη από εκείνη των γονιών τους.

Τα στατιστικά στοιχεία για την ψυχική υγεία είναι εξίσου ανησυχητικά.

Το ποσοστό των ενηλίκων ηλικίας 16 έως 64 ετών που πληρούσαν τα κριτήρια για κάποια συχνή ψυχική διαταραχή αυξήθηκε από 15,5% το 1993 σε 22,6% το 2024.

Μεταξύ των νέων ηλικίας 16 έως 24 ετών, το ποσοστό αυξήθηκε από περίπου έναν στους έξι σε έναν στους τέσσερις.

Ο αυτοτραυματισμός και οι διατροφικές διαταραχές έχουν επίσης γίνει συχνότερα φαινόμενα μεταξύ των νεαρών ενηλίκων.

Η έκθεση είναι κατηγορηματική ότι αυτή η αύξηση της ψυχολογικής δυσφορίας είναι πραγματική και δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς από τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση ή την αλλαγή στάσεων απέναντι στην ψυχική υγεία.

Η πρόκληση είναι να καθοριστεί πότε η ψυχική δυσφορία απαιτεί ιατρική παρέμβαση και πότε η αντιμετώπιση θα πρέπει αντίθετα να επικεντρώνεται στη μοναξιά, την ανασφάλεια, την εκπαιδευτική πίεση ή άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Η κρίση του NHS: Γιατί η διάγνωση έχει γίνει διαβατήριο για την πρόσβαση σε βοήθεια

Για πολλές οικογένειες, η εξασφάλιση διάγνωσης ΔΕΠΥ ή αυτισμού δεν αφορά απλώς την κατανόηση των δυσκολιών ενός παιδιού.

Μπορεί να αποτελεί το πρώτο βήμα για την πρόσβαση σε εκπαιδευτικές προσαρμογές, εξειδικευμένες υπηρεσίες και πρακτική βοήθεια.

Ωστόσο, αυτό το σύστημα, στο οποίο η υποστήριξη εξαρτάται από τη διάγνωση, έχει δημιουργήσει τεράστια πίεση στο ήδη υπερφορτωμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας της Βρετανίας (NHS).

Μέχρι το τέλος του 2025, περισσότερα από 560.000 αιτήματα παραπομπής για αξιολόγηση ΔΕΠΥ παρέμεναν ανοιχτά, ενώ περισσότεροι από 254.000 άνθρωποι περίμεναν να αξιολογηθούν για αυτισμό.

Η έκθεση προειδοποιεί ότι όσο περισσότερο περιμένουν οι άνθρωποι τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να επιδεινωθούν οι δυσκολίες τους.

Ο καθηγητής Asherson πιστεύει ότι το σύστημα χρειάζεται θεμελιώδεις αλλαγές.

Ερωτηθείς από το ΒΗΜΑ εάν η υποστήριξη θα πρέπει να συνεχίσει να εξαρτάται από μια επίσημη διάγνωση, η απάντησή του ήταν κατηγορηματική: «Η υποστήριξη δεν θα πρέπει να εξαρτάται από μια κλινική διάγνωση». Τόνισε, ωστόσο, ότι η ιατρική αξιολόγηση παραμένει απαραίτητη για ορισμένους ασθενείς. «Ωστόσο, εάν τα προβλήματα είναι σοβαρά, υπάρχουν αποτελεσματικές ιατρικές θεραπείες για τη ΔΕΠΥ, οπότε θα χρειαστεί διάγνωση».

Ο καθηγητής Asherson πρότεινε επίσης μια πρακτική εναλλακτική λύση στο σημερινό σύστημα. «Οι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι, οι επαγγελματίες που πραγματοποιούν αξιολογήσεις και οι εργοθεραπευτές θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν ώστε να αναγνωρίζουν χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ, σε βαθμό επαρκή για την παροχή αρχικής μη ιατρικής υποστήριξης», δήλωσε.

«Το επόμενο βήμα θα ήταν η παραπομπή για επίσημη διάγνωση και θεραπεία». Το συμπέρασμά του ήταν σαφές: «Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη συμμετοχή της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της ψυχολογίας».

Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να επιτρέψει στα παιδιά που αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες να λαμβάνουν βοήθεια πολύ νωρίτερα, χωρίς να περιμένουν μήνες ή χρόνια για ένα ραντεβού με ειδικό.

Οι ιδιωτικές κλινικές ΔΕΠΥ στο μικροσκόπιο

Η ανεξάρτητη έκθεση εκφράζει επίσης σοβαρές ανησυχίες για τον ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο των ιδιωτικών διαγνωστικών αξιολογήσεων.

Οι ανεξάρτητοι πάροχοι πραγματοποιούν πλέον περισσότερες από τις μισές αξιολογήσεις ΔΕΠΥ που χρηματοδοτούνται από το NHS και περισσότερο από το ένα τρίτο των αξιολογήσεων αυτισμού.

Οι δαπάνες για υπηρεσίες ΔΕΠΥ από ανεξάρτητους παρόχους έχουν αυξηθεί κατά περίπου 252% μέσα σε τρία χρόνια.

Η έκθεση επισημαίνει ασυνέπειες στα πρότυπα αξιολόγησης, περιορισμένη εποπτεία και ανησυχίες σχετικά με τα οικονομικά κίνητρα.

Η προειδοποίηση του καθηγητή Asherson για «πιθανή υπερδιάγνωση από ορισμένες ιδιωτικές εταιρείες» προστίθεται στη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσον οι εμπορικές πιέσεις θα μπορούσαν να επηρεάζουν τις διαγνωστικές πρακτικές.

Η έκθεση συνιστά όλες οι διαγνωστικές αξιολογήσεις για ΔΕΠΥ και αυτισμό να υπάγονται στη ρυθμιστική εποπτεία της Επιτροπής Ποιότητας Φροντίδας (Care Quality Commission).

Προτείνει επίσης την απαγόρευση της διαφήμισης προς το ευρύ κοινό των αξιολογήσεων που χρηματοδοτούνται από το NHS.

Ωστόσο, οι συντάκτες αναγνωρίζουν ότι οι ανεξάρτητοι πάροχοι μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη μείωση των λιστών αναμονής του NHS. Η ανησυχία δεν αφορά την ιδιωτική παροχή υπηρεσιών αυτή καθαυτή, αλλά το κατά πόσον τα πρότυπα ποιότητας και οι μηχανισμοί λογοδοσίας έχουν συμβαδίσει με την ανάπτυξή της.

Μπορεί μια διάγνωση να περιορίσει το μέλλον ενός παιδιού;

Ίσως το πιο ευαίσθητο ζήτημα που θέτει η έκθεση αφορά τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των διαγνωστικών ετικετών.

Για πολλούς ανθρώπους, μια ακριβής διάγνωση μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους, προσφέροντας κατανόηση, πρόσβαση σε αποτελεσματική θεραπεία και κατάλληλες προσαρμογές.

Ωστόσο, η έκθεση προειδοποιεί επίσης ότι μια λανθασμένη διάγνωση ή μια διάγνωση που χρησιμοποιείται με ακατάλληλο τρόπο μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι αντιλαμβάνονται τις ικανότητές τους.

Προειδοποιεί κατά του ορισμού των νέων με βάση τις δυσκολίες τους και όχι τα δυνατά τους σημεία, τις συνθήκες ζωής τους και τις δυνατότητές τους.

Οι ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις είναι σημαντικές.

Περίπου ένα εκατομμύριο νέοι ηλικίας 16 έως 24 ετών βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης.

Τα παιδιά που διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ πριν από την ηλικία των 17 ετών έχουν περίπου τετραπλάσια πιθανότητα να βρεθούν εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης κατά τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής τους, σε σύγκριση με εκείνα που δεν έχουν ΔΕΠΥ.

Αυτή η συσχέτιση δεν σημαίνει ότι η διάγνωση προκαλεί ανεργία ή εκπαιδευτικό μειονέκτημα. Αναδεικνύει τη σημασία της αποτελεσματικής υποστήριξης των νέων που ενδέχεται ήδη να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια.

Ριζική επανεξέταση: Πρώτα βοήθεια στα παιδιά, διάγνωση όταν είναι απαραίτητη

Η κεντρική σύσταση της έκθεσης είναι η απομάκρυνση από ένα σύστημα στο οποίο η διάγνωση αποτελεί την κύρια προϋπόθεση για την πρόσβαση στην υποστήριξη.

Αντίθετα, η βοήθεια θα πρέπει να βασίζεται στις ατομικές ανάγκες, με τις επίσημες αξιολογήσεις και την εξειδικευμένη θεραπεία να παραμένουν διαθέσιμες όταν είναι κλινικά απαραίτητες.

Η κυβέρνηση καλείται επίσης να ενισχύσει τις κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, να βελτιώσει τα διαγνωστικά πρότυπα, να επενδύσει στην πρόληψη και να αναπτύξει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Για τον καθηγητή Asherson, η διάκριση μεταξύ άμεσης υποστήριξης και επίσημης ιατρικής διάγνωσης είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Η προσέγγιση που προτείνει θα επέτρεπε σε κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες να αναγνωρίζουν τις δυσκολίες και να παρέχουν αρχική βοήθεια, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι όσοι αντιμετωπίζουν σοβαρότερη ΔΕΠΥ θα εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένη αξιολόγηση και αποτελεσματική θεραπεία.

Σε τελική ανάλυση, η συζήτηση δεν αφορά απλώς το εάν η Βρετανία διαγιγνώσκει υπερβολικά πολλά ή υπερβολικά λίγα παιδιά.

Αφορά το κατά πόσον ένα σύστημα υγείας και εκπαίδευσης, που οργανώνεται ολοένα περισσότερο γύρω από διαγνωστικές κατηγορίες, είναι ικανό να ανταποκριθεί στις σύνθετες πραγματικότητες της παιδικής ηλικίας.

Η έκθεση Fonagy απευθύνει μια αυστηρή προειδοποίηση: η αναγνώριση μιας διαταραχής δεν είναι το ίδιο με το να βοηθάς κάποιον να ζήσει με αυτήν.

Για μια γενιά που παλεύει με πρωτοφανείς πιέσεις, το μέτρο της επιτυχίας δεν θα πρέπει να είναι πόσες διαγνωστικές ετικέτες αποδίδει το σύστημα, αλλά πόσους νέους βοηθά να μαθαίνουν, να εργάζονται, να δημιουργούν σχέσεις και να αναπτύσσουν πλήρως τις δυνατότητές τους.


Πηγή: Το Βήμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου