Η απώλεια παιδιών είναι από τα θέματα που δεν ξεσηκώνουν πλουραλιστικές αναλύσεις: η φρίκη είναι τόσο άμεση και καθολική που διαπερνά κάθε επιμέρους κρίση και κριτική, καταλήγοντας σε μια πλειοψηφική, αν όχι ενιαία, κοινωνική στάση. Μπροστά σε γεγονότα όπως είναι οι θάνατοι των μικρών κοριτσιών στην Πάτρα, οι άνθρωποι συσπειρώνονται με σπάνια ομοψυχία και βιώνουν ακούσια συναισθηματική εμπλοκή. Το φαινόμενο οφείλεται στις αναρίθμητες μορφές που μπορεί να πάρει η ταύτιση: όποιος έχει παιδιά, φαντάζεται τα παιδιά του στη θέση των αδικοχαμένων· όποιος δεν έχει παιδιά, φαντάζεται τα παιδιά που θα μπορούσε να έχει· όποιος δεν μπορεί να κάνει παιδιά ή έχει χάσει το παιδί του, αισθάνεται κατάφωρα αδικημένος. Ακόμη κι αυτοί που δεν έχουν καμία εγγύτητα προς την παιδικότητα, βλέπουν στον παιδικό θάνατο τη βάναυση προσβολή μιας άτυπης κοσμικής τάξης και δικαιοσύνης. Οταν, δε, το τοπίο του θανάτου είναι ομιχλώδες και εγκληματικό, η οργή εξελίσσεται σε μίσος. Το ζήτημα είναι πολιτισμικό. Και, όπως όλες οι εκφάνσεις πολιτισμού, έχει και αυτό τα όριά του.