Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Γιατί τα παιδιά επιστρέφουν ξανά και ξανά στις ίδιες ιστορίες;

-Πάλι! Πάλι! μας φωνάζει το παιδί μας και εμείς κοιτάζουμε το βιβλίο απορημένοι κι αναρωτιόμαστε:

-Μα… αυτό το διαβάσαμε χθες. Και προχθές. Και την προηγούμενη εβδομάδα. Ξέρουμε ήδη τι έχει συμβεί στην ιστορία. Ξέρουμε τι θα πει ο ήρωας, πότε θα εμφανιστεί το τέρας και ποιο είναι το τέλος!

Το παιδί όμως επιμένει και θέλει να την ακούσει ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Για έναν ενήλικα η επανάληψη μπορεί να μοιάζει με ανία. Για ένα μικρό παιδί, όμως, η επανάληψη μιας ιστορίας αποτελεί κάτι πολύ διαφορετικό: είναι ένας τρόπος μάθησης, πρόβλεψης, συμμετοχής, συναισθηματικής επεξεργασίας και, ταυτόχρονα, ένας τρόπος να επιστρέφει σε μια γνώριμη σχέση και σε μια γνώριμη εμπειρία.

Η επιστημονική έρευνα των τελευταίων δεκαετιών έχει δείξει ότι το «πάλι!» δεν είναι απλώς μια παιδική ιδιοτροπία. Η επαναλαμβανόμενη ανάγνωση μπορεί να διευκολύνει την εκμάθηση νέων λέξεων, την κατανόηση της δομής μιας αφήγησης και την ενεργό συμμετοχή του παιδιού στην ιστορία. Παράλληλα, η κοινή ανάγνωση δημιουργεί ένα κοινωνικό και συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο ενήλικας και το παιδί μοιράζονται χρόνο, προσοχή και επικοινωνία.

Ναι, η ιστορία είναι ίδια. Το παιδί, όμως, αλλάζει. Κι αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο σημείο για να κατανοήσουμε τη γοητεία της επανάληψης. Όταν ένα παιδί ακούει την ίδια ιστορία σήμερα και αύριο, δεν είναι ακριβώς ο ίδιος αναγνώστης. Σήμερα μπορεί να καταλάβει μια λέξη που χθες του ήταν άγνωστη. Αύριο μπορεί να παρατηρήσει μια λεπτομέρεια στην εικόνα. Την επόμενη φορά μπορεί να καταλάβει γιατί ο ήρωας φοβήθηκε ή γιατί ο φίλος του θύμωσε. Η ιστορία παραμένει σταθερή, ενώ οι γνωστικές και γλωσσικές ικανότητες του παιδιού εξελίσσονται. Έτσι, η ίδια αφήγηση μπορεί να προσφέρει διαφορετικές πληροφορίες σε διαφορετικές αναγνώσεις. Η επανάληψη, επομένως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί λαμβάνει ακριβώς το ίδιο ερέθισμα. Το παιδί μπορεί να μετακινείται από την απλή παρακολούθηση της πλοκής στην πρόβλεψη, από την πρόβλεψη στην κατανόηση και από την κατανόηση στην ενεργή συμμετοχή.

Επίσης, κάποια στιγμή θα συμβεί κάτι που οι περισσότεροι γονείς γνωρίζουν καλά. Το παιδί θα συμπληρώσει τη φράση πριν από εμάς. Ή θα γυρίσει μόνο του τη σελίδα. Ή θα μας κοιτάξει με απορία επειδή παραλείψαμε μία λέξη. Εκείνη τη στιγμή δεν ακούει απλώς την ιστορία. Έχει αρχίσει να την κατακτά και η επανάληψη λειτουργεί ως μηχανισμός μάθησης. Επίσης, για ένα μικρό παιδί, μια καινούρια λέξη χρειάζεται να εμφανιστεί σε ένα πλαίσιο αρκετές φορές ώστε να αρχίσει να αποκτά σταθερό νόημα. Η επαναλαμβανόμενη ανάγνωση προσφέρει ακριβώς αυτό το πλαίσιο: η λέξη εμφανίζεται μαζί με τους ίδιους χαρακτήρες, τις ίδιες εικόνες, τα ίδια γεγονότα και την ίδια αλληλουχία.

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μελέτη των Horst, Parsons και Bryan έδειξε ότι παιδιά περίπου τριών ετών που άκουσαν τις ίδιες ιστορίες επανειλημμένα μπόρεσαν να μάθουν και να διατηρήσουν νέες λέξεις αποτελεσματικότερα από παιδιά που άκουσαν πολλές και διαφορετικές ιστορίες με τον ίδιο αριθμό εκθέσεων στις ίδιες λέξεις.

Με άλλα λόγια, δεν είναι σημαντικό το πόσες φορές ακούγεται μια λέξη. Σημασία έχει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο επανεμφανίζεται. Η γνώριμη ιστορία λειτουργεί σαν ένα σταθερό νοητικό «σκηνικό». Επειδή το παιδί γνωρίζει ήδη την πλοκή, μπορεί να διαθέσει περισσότερη προσοχή σε λεπτομέρειες που προηγουμένως δεν μπορούσε να επεξεργαστεί.

Αυτό εξηγεί και ένα συνηθισμένο φαινόμενο:

Την πρώτη φορά το παιδί ενδιαφέρεται κυρίως για το «τι θα γίνει». Τη δεύτερη μπορεί να προσέξει το «πώς το λέει». Την τρίτη μπορεί να παρατηρήσει «γιατί το έκανε». Και κάποια στιγμή μπορεί να αρχίσει να αφηγείται μόνο του. Η επανάληψη λοιπόν βοηθά όχι μόνο στο λεξιλόγιο αλλά και στην κατανόηση της ίδιας της δομής της αφήγησης.

Οι ιστορίες έχουν αρχή, εξέλιξη, πρόβλημα, δράση και λύση. Μέσα από την επαναλαμβανόμενη έκθεση, το παιδί αρχίζει να αναγνωρίζει αυτές τις σχέσεις και να προβλέπει τι μπορεί να ακολουθήσει. Η πρόβλεψη λοιπόν γίνεται μια σημαντική γνωστική δραστηριότητα. Όταν το παιδί λέει:

«Τώρα θα έρθει ο λύκος!», δεν αποστηθίζει απλώς μια πρόταση. Χρησιμοποιεί τη μνήμη του, συγκρίνει το παρόν σημείο της ιστορίας με όσα έχει ήδη ακούσει και κάνει μια πρόβλεψη για το επόμενο γεγονός.

Και όταν η πρόβλεψη επιβεβαιώνεται, αποκτά μια μικρή εμπειρία γνωστικής επιτυχίας:

-Το ήξερα!, φωνάζει.

Η επαναλαμβανόμενη ανάγνωση

Η επαναλαμβανόμενη ανάγνωση έχει συνδεθεί χρόνια τώρα με θετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη του λεξιλογίου και της γλωσσικής ικανότητας, ενώ μετα-αναλύσεις παρεμβάσεων κοινής ανάγνωσης έχουν βρει μικρά έως μέτρια οφέλη τόσο στην εκφραστική όσο και στην προσληπτική γλώσσα των παιδιών.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που κάνει την επανάληψη τόσο ελκυστική. Η προβλεψιμότητα. Ο κόσμος ενός μικρού παιδιού είναι γεμάτος καινούρια πράγματα. Καινούριες λέξεις. Καινούριοι άνθρωποι. Νέοι κανόνες. Νέα περιβάλλοντα. Συναισθήματα που ακόμη δεν μπορεί πάντοτε να ονομάσει ή να κατανοήσει. Μια γνώριμη ιστορία είναι διαφορετική. Εκεί το παιδί ξέρει. Ξέρει ότι ο ήρωας θα φύγει. Ξέρει ότι θα συναντήσει ένα πρόβλημα. Ξέρει ότι θα φοβηθεί. Ξέρει ότι κάπου παρακάτω θα συμβεί η λύση. Και ξέρει ότι στο τέλος η ιστορία θα κλείσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να πούμε πως κάθε παιδί ζητά μια συγκεκριμένη ιστορία αποκλειστικά επειδή αναζητά «ασφάλεια». Μπορεί και να συμβαίνει αν και μια τέτοια εξήγηση θα ήταν υπερβολικά απλοποιημένη. Η προτίμηση για επανάληψη μπορεί να οφείλεται ταυτόχρονα στην απόλαυση, στη μάθηση, στην εξοικείωση, στην ανάγκη συμμετοχής και στη χαρά της πρόβλεψης.

Το σημαντικό είναι ότι το γνώριμο πλαίσιο μειώνει την αβεβαιότητα και επιτρέπει στο παιδί να επικεντρωθεί σε νέα στοιχεία.

Βέβαια υπάρχει ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο τα παιδιά δείχνουν ότι η επανάληψη δεν είναι παθητική. Μας διορθώνουν. Αν αλλάξουμε επίτηδες μια λέξη στην αγαπημένη τους ιστορία, μπορεί να μας σταματήσουν αμέσως:

-Όχι! Δεν λέει αυτό! μας διορθώνουν.

Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό σημάδι ενεργού συμμετοχής.

Το παιδί δεν περιμένει απλώς να ακούσει μια ιστορία. Έχει σχηματίσει μια νοητική αναπαράσταση της αφήγησης και αντιλαμβάνεται όταν αυτή αποκλίνει από την αναμενόμενη εκδοχή. Η εξοικείωση, επομένως, μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για περισσότερη ενεργή συμμετοχή.

Το παιδί προβλέπει.

Συμπληρώνει.

Διορθώνει.

Ρωτά.

Αφηγείται.

Και σταδιακά από ακροατής γίνεται και συν-αφηγητής.

Επιπρόσθετα οι ιστορίες δεν αποτελούνται μόνο από γεγονότα. Έχουν φόβο, θυμό, ζήλια, απογοήτευση, χαρά, απώλεια, αγάπη, προσδοκία και θάρρος. Ξεχειλίζουν δηλαδή από συναισθήματα. Ένας ήρωας μπορεί να φοβάται κάτι που το παιδί έχει φοβηθεί. Μπορεί να θυμώνει για έναν λόγο που το παιδί αναγνωρίζει. Μπορεί να χάνει κάτι και να στενοχωριέται. Μπορεί να αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα και τελικά να βρίσκει μια λύση. Μπορεί λοιπόν η ιστορία να λειτουργεί σαν μια «θεραπεία» για ένα παιδί αν και η πραγματικότητα μάλλον είναι πιο σύνθετη.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η επαφή με ιστορίες που περιλαμβάνουν συναισθήματα, σκέψεις και νοητικές καταστάσεις μπορεί να υποστηρίξει την ανάπτυξη της κατανόησης των συναισθημάτων και κοινωνικών καταστάσεων, ιδιαίτερα όταν η ανάγνωση συνοδεύεται από συζήτηση.

Αυτό είναι σημαντικό. Ένα παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να πει: «Ζήλεψα.» Αλλά μπορεί να πει: «Ο ήρωας ζήλεψε τον φίλο του.» Και μέσα από αυτή την απόσταση να αρχίσει σταδιακά να μιλά και για τον εαυτό του. Η ιστορία λειτουργεί τότε σαν ένα ενδιάμεσο πεδίο: το παιδί μπορεί να εξετάσει ένα συναίσθημα πρώτα μέσα από έναν χαρακτήρα και στη συνέχεια, εφόσον το επιθυμεί, να το συνδέσει με τη δική του εμπειρία.

Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που δεν βρίσκεται μέσα στις σελίδες. Υπάρχει ο άνθρωπος που διαβάζει. Η φωνή του γονέα. Η αγκαλιά. Ο καναπές. Η ώρα πριν από τον ύπνο. Η μικρή παύση πριν από την αγαπημένη σελίδα. Το γέλιο στο ίδιο σημείο. Η «καληνύχτα» στο τέλος.

Η ανάγνωση δεν είναι λοιπόν μόνο μετάδοση πληροφοριών από έναν ενήλικα σε ένα παιδί. Είναι μια κοινωνική αλληλεπίδραση και συνδέεται όχι μόνο με γλωσσικά οφέλη αλλά και με τις πλευρές της ποιότητας της σχέσης γονέα-παιδιού. Σε μια διαχρονική μελέτη, η κοινή ανάγνωση στη βρεφική ηλικία συσχετίστηκε αργότερα με μεγαλύτερη γονεϊκή ζεστασιά και ευαισθησία και με χαμηλότερο γονεϊκό στρες. Επομένως, όταν ένα παιδί ζητά «το ίδιο βιβλίο», δεν είναι απαραίτητο να ζητά μόνο την ίδια πλοκή. Μπορεί να ζητά και την ίδια κοινή εμπειρία και έτσι το βιβλίο γίνεται μέρος μιας μικρής οικογενειακής τελετουργίας. Κι αυτό εξηγεί γιατί, πολλά χρόνια αργότερα, μπορεί να θυμόμαστε όχι μόνο την ιστορία αλλά και τον άνθρωπο που μας τη διάβαζε.

Κάτι που είναι παράξενο σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι εμείς οι ενήλικες συχνά απολαμβάνουμε την έκπληξη. Θέλουμε να μη γνωρίζουμε τι θα γίνει. Ισχύει όμως το ίδιο και με ένα παιδί; Μάλλον όχι! Για ένα μικρό παιδί η απόλαυση βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο. Στο να γνωρίζει.

«Τώρα θα πέσει.»

«Τώρα θα εμφανιστεί το τέρας.»

«Τώρα θα βρει τον φίλο του.»

«Τώρα θα γυρίσει σπίτι.»

Η γνώση του τέλους δεν καταστρέφει την ιστορία. Την κάνει προβλέψιμη. Και η πρόβλεψη αυτή επιτρέπει στο παιδί να συμμετέχει. Γι’ αυτό ένα παιδί μπορεί να γελάει στην ίδια ακριβώς σελίδα κάθε βράδυ, παρότι γνωρίζει πολύ καλά τι ακολουθεί. Έτσι η χαρά βρίσκεται στη γνώση και όχι στην έκπληξη. Βρίσκεται στη φωνή ενός παιδιού που λέει: «Το ξέρω αυτό!»

Συνεχίζοντας πρέπει να πούμε ότι δεν είναι λίγες εκείνες οι φορές που αναρωτιόμαστε: «Μα καλά αυτό το παιδί δεν θέλει να μάθει καινούρια πράγματα, να διαβάσουμε καινούριες ιστορίες;»

Στο σημείο αυτό υπάρχει μια πολύ μεγάλη παρεξήγηση. Φυσικά και ένα παιδί λαχταρά νέες ιστορίες και καινούρια πράγματα όμως η επανάληψη της ίδιας ιστορίας μπορεί να είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο το παιδί κατακτά το παλιό ώστε να μπορέσει αργότερα να προχωρήσει στο καινούριο. Η γνώριμη ιστορία γίνεται ένα ασφαλές σημείο εκκίνησης για νέες παρατηρήσεις, ερωτήσεις και συνδέσεις. Άρα, η επανάληψη δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία ενδιαφέροντος ή δημιουργικότητας και φαντασίας.

Ποιος είναι όμως ο ρόλος των γονέων σε όσα αναφέραμε;

Καταρχάς να μην αντιμετωπίζουν το «πάλι!» και την επιμονή των παιδιών για μια ακόμη ανάγνωση του ίδιου βιβλίου ως πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε το διάβασμα ενός βιβλίου και μιας ιστορίας εκπαιδευτική δραστηριότητα ή τεστ ανίχνευσης δεξιοτήτων του παιδιού μας.

Επίσης το να αρχίσουμε κουβέντα με το παιδί μας καθώς διαβάζουμε μια ιστορία μπορεί να μας ανοίξει έναν ολόκληρο ψυχοσυναισθηματικό κόσμο του παιδιού και να δημιουργήσει ένα μεγάλο πλαίσιο διάδρασης με έναν εναλλακτικό αλλά πολύ χρήσιμο τρόπο.

Το παιδί χρειάζεται και τη χαρά της ιστορίας. Τη φωνή. Την εικόνα. Την αγωνία. Το γέλιο. Την επανάληψη. Τη συντροφιά.

Η προτίμηση για επαναλαμβανόμενες ιστορίες είναι ένα συνηθισμένο μέρος της παιδικής εμπειρίας και μπορεί να εξυπηρετεί πολλές λειτουργίες ταυτόχρονα: μάθηση, μνήμη, πρόβλεψη, εξοικείωση, συμμετοχή και απόλαυση της κοινής εμπειρίας.

Και μην ξεχνάτε…το βιβλίο είναι ίδιο αλλά το παιδί κάθε φορά γίνεται ένας διαφορετικός δέκτης ή και πομπός στην συνέχεια.

Κάθε νέα ανάγνωση πραγματοποιείται από ένα παιδί που έχει ήδη μάθει κάτι από την προηγούμενη. Μια καινούρια λέξη. Μια καινούρια σύνδεση. Μια καινούρια ερώτηση. Ένα καινούριο συναίσθημα. Μια καινούρια δυνατότητα να προβλέψει.

Και, κάποια στιγμή, μια καινούρια δυνατότητα να αφηγηθεί μόνο του.

Γιατί τελικά οι αγαπημένες ιστορίες δεν μένουν στη ζωή μας επειδή αλλάζουν κάθε φορά.

Μένουν επειδή μας επιτρέπουν να αλλάζουμε εμείς ενώ εκείνες παραμένουν σταθερές.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα της παιδικής λογοτεχνίας:

Γιατί οι ιστορίες δεν τελειώνουν όταν κλείνει το βιβλίο.


Ενδεικτική επιστημονική βιβλιογραφία
Horst, J. S., Parsons, K. L., & Bryan, N. M. (2011). Get the story straight: Contextual repetition promotes word learning from storybooks. Frontiers in Psychology, 2, 17. PubMed
Flack, Z. M., Field, A. P., & Horst, J. S. (2018). The effects of shared storybook reading on word learning: A meta-analysis. Developmental Psychology, 54(7), 1334–1346. PubMed
Dowdall, N. et al. (2020). Shared Picture Book Reading Interventions for Child Language Development: A Systematic Review and Meta-Analysis. Child Development, 91(2), e383–e399. PubMed
Swanson, E. et al. (2011). A synthesis of read-aloud interventions on early reading outcomes among preschool through third graders at risk for reading difficulties. Journal of Learning Disabilities, 44(3), 258–275. PubMed
Sprung, M. et al. (2015). Children’s emotion understanding: A meta-analysis of training studies. Developmental Review, 37, 41–65. PubMed
Xie, J. et al. (2023). The effects of reading and watching fiction on the development of social cognition: A systematic review. PMC
Jimenez, M. E. et al. (2019). Early Shared Reading Is Associated with Less Harsh Parenting. PubMed
Beyond language: Impacts of shared reading on parenting stress and early parent-child relational health (2020). Developmental Psychology. PubMed

Δέσποινα Σουγιούλ

Πηγή: ELNIPLEX

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου