Πριν από περίπου δέκα χρόνια, μια μελέτη εκτίμησε ότι αν περισσότερες γυναίκες στη Βρετανία θήλαζαν τα μωρά τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το NHS θα μπορούσε να εξοικονομεί 40 εκατ. λίρες τον χρόνο, λόγω της μείωσης των νοσηλειών για λοιμώξεις της παιδικής ηλικίας, ενώ θα μειωνόταν και ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού για τις μητέρες.
Ωστόσο, πάνω από επτά στις δέκα Βρετανίδες σταματούν τον θηλασμό νωρίτερα από όσο θα ήθελαν.
Αυτό το στοιχείο, γράφουν οι Times, το ξέρει καλά η Αλέσια-Τζέιν Τουίγκερ, όχι (μόνο) επειδή είναι μία από τις κορυφαίες ειδικούς στον κόσμο στη γαλουχία: Το 2024 ίδρυσε το Cambridge Lactation Lab, ένα από τα τρία κέντρα στο Ηνωμένο Βασίλειο για την έρευνα πάνω στο ανθρώπινο γάλα. Αλλά, κυρίως, επειδή δυσκολεύτηκε και η ίδια στον θηλασμό της κόρης της, η οποία είναι σήμερα ενός έτους. Οταν γέννησε, νόμισε ότι ο θηλασμός θα ερχόταν φυσιολογικά. Σύντομα διαπίστωσε ότι «είναι μια δουλειά πλήρους απασχόλησης, αφού μπορεί να θηλάζεις και πάνω από επτά ώρες την ημέρα», όπως λέει στους Times.
Ο πιο συνηθισμένος λόγος για τη διακοπή του θηλασμού είναι η ανεπαρκής παραγωγή γάλακτος ή η αίσθηση ότι η παραγωγή γάλακτος είναι χαμηλή. Ομως μέχρι τώρα έχει γίνει ελάχιστη έρευνα σχετικά με αυτό. Πρόσφατα, ερευνητές στις ΗΠΑ και την Αυστραλία δημοσίευσαν μελέτες σχετικά με πιθανές βιολογικές αιτίες. Στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στη Σάντα Κρουζ, η καθηγήτρια Λίντσεϊ Χινκ έχει εντοπίσει μια ανεπάρκεια ενζύμου.
Στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, η Δρ Ρέιτσελ Γουόκερ έδειξε ότι η χρόνια φλεγμονή —η οποία συνδέεται με την παχυσαρκία και τον διαβήτη— εμποδίζει τα λιπαρά οξέα στο αίμα να εμπλουτίσουν το μητρικό γάλα. Στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, η Γιάρντεν Γκολάν Μαόρ διερευνά παράγοντες που περιλαμβάνουν τη γενετική και την απότομη αύξηση των καισαρικών τομών (από 33% σε 46% στην Αγγλία τα τελευταία τέσσερα χρόνια). Μια ομάδα στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας έχει αναπτύξει ηλεκτρόδια για τη μέτρηση των υψηλών επιπέδων νατρίου στο γάλα, ως πρώιμη ένδειξη χαμηλής παραγωγής.
Συνολικά, η έρευνα αυτών των επιστημόνων θέτει ένα βασικό ερώτημα: θα μπορούσε η φυσική συχνότητα της χαμηλής παραγωγής γάλακτος να είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα — μεταξύ 10% και 20% των γυναικών, αντί για την τρέχουσα εκτίμηση του 2% έως 5%;
Μήπως γενιές γυναικών έχουν επικριθεί ότι έκαναν κάτι λάθος και έχουν αισθανθεί ανεπαρκείς, ενώ στην πραγματικότητα απλώς δεν μπορούσαν;
Στο εργαστήριό της στο Κέιμπριτζ, η Τουίγκερ ξεκινά από τα βασικά: πώς παράγουν γάλα οι άνθρωποι; Γνωρίζουμε εντυπωσιακά λίγα γι’ αυτό, αναφέρουν οι Times, επειδή το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας έχει γίνει σε ποντίκια ή αγελάδες, για μια βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων αξίας δισεκατομμυρίων. Η ομάδα της Τουίγκερ κάνει το ίδιο, αλλά με ανθρώπινο γάλα: Επισκέπτονται θηλάζουσες μητέρες οι οποίες τους παραχωρούν μερικά γραμμάρια από το γάλα τους ώστε να αναλύσουν τα ανθρώπινα γαλακτοκύτταρα — τα εξειδικευμένα κύτταρα στους μαστικούς αδένες που είναι υπεύθυνα για την έκκριση γάλακτος.
Το εργαστήριο έχει ανακαλύψει δύο ομάδες γαλακτοκυττάρων, οι οποίες φαίνεται να παράγουν διαφορετικά συστατικά του γάλακτος, αλλά υπάρχουν ακόμη πολλά να διερευνηθούν. «Γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τον καρκίνο του μαστού από όσα για την κανονική λειτουργία του μαστού, δηλαδή για την παραγωγή γάλακτος. Το γάλα έχει χιλιάδες συστατικά, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι τι ποσοστό προέρχεται από το αίμα. Γνωρίζουμε ότι το πρωτόγαλα, έχει πολλά ανοσοκύτταρα, αλλά δεν γνωρίζουμε τη μακροπρόθεσμη επίδρασή τους. Υπάρχει ο τρόπος με τον οποίο ένα βρέφος μαθαίνει να ελέγχει την όρεξή του, δεν έχουμε καταλήξει ακόμη στο τι ακριβώς συμβαίνει», λέει η Τουίγκερ στους Times.
Ο Δρ Φαντίλ Χάναν, ο οποίος διευθύνει ερευνητικό εργαστήριο στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, προσθέτει χαρακτηριστικά: «Στην ιατρική σχολή δεν μαθαίνουμε τίποτα για τη βιολογία του μαστικού αδένα».
Η δική του έρευνα επικεντρώνεται σε ορμόνες όπως η προλακτίνη, η οποία διεγείρει την παραγωγή γάλακτος, και η κορτιζόλη, μια ορμόνη του στρες που μπορεί να την υποστηρίζει. «Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που μέσα σε 72 ώρες από τον τοκετό μετατρέπει τον μαστό σε ένα εργοστάσιο παραγωγής γάλακτος. Γνωρίζουμε ότι αυτό καθοδηγείται από ορμόνες, αλλά το τι ακριβώς κάνουν αυτές είναι εντελώς ασαφές», αναφέρει ο Χάναν.
Στο Νοσοκομείο Τζον Ράντκλιφ της Οξφόρδης, πάνω από 600 μητέρες συμβάλλουν στη μελέτη του Χάναν σχετικά με τη λειτουργία των ορμονών, δωρίζοντας πρωτόγαλα, μητρικό γάλα και αίμα. Η ομάδα του μόλις δημοσίευσε δύο επιστημονικές εργασίες – μία σχετικά με τον τρόπο που η αντίσταση στην ινσουλίνη καθυστερεί την παραγωγή γάλακτος, και μία που επιβεβαιώνει ότι μια ορμόνη των θηλαζόντων ποντικιών είναι εξίσου σημαντική και για τις γυναίκες.
Ο Χάναν αναφέρει στους Times ότι η ιατρική έχει ακόμα πολλά κενά στη γνώση της για την παραγωγή μητρικού γάλακτος, ενώ και οι θεραπευτικές επιλογές της είναι περιορισμένες. Τα φύλα του φυτού της Ελληνικής Τριγωνέλλας χρησιμοποιούνται εδώ και αιώνες για την ενίσχυση της παραγωγής γάλακτος, αλλά τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα είναι αντικρουόμενα. Η δομπεριδόνη είναι ένα φάρμακο που αυξάνει τα επίπεδα προλακτίνης, αλλά η επιστήμη δεν έχει καταλήξει στην κατάλληλη δοσολογία.
Στο Πανεπιστήμιο του Σουόνσι στην Ουαλία, η καθηγήτρια Εϊμι Μπράουν ερευνά την ψυχολογία του θηλασμού και τη θλίψη που βιώνουν οι γυναίκες που δυσκολεύονται να θηλάσουν. Μιλώντας στους Times, χαιρετίζει τα νέα επιστημονικά δεδομένα, καθώς σηματοδοτούν «την αρχή της παροχής απαντήσεων σε προβλήματα που μέχρι τώρα αντιμετωπίζονταν με εικασίες», όπως αναφέρει.
Στη διδακτορική διατριβή της, η Μπράουν εξέτασε τη σχέση μεταξύ της χαμηλής παραγωγής μητρικού γάλακτος και της ανεπαρκούς ιατρικής υποστήριξης των μητέρων. Αναφέρει στους Times ότι οι νέες έρευνες θα μπορούσαν να βοηθήσουν πολλές μητέρες με οργανικά προβλήματα.
Ενα νομοσχέδιο που συζητείται αυτή την περίοδο στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων υποστηρίζει την ανάγκη για μεγαλύτερες επενδύσεις στην υποστήριξη του θηλασμού σε ειδικά κέντρα του NHS. Αλλά και η ιατρική έρευνα επεκτείνεται σε διάφορα πεδία, όπως στη ραγδαία αύξηση του διαβήτη κύησης, στα αλλεργιογόνα που μεταφέρονται μέσω του μητρικού γάλακτος, και στον συνδυασμό θηλασμού, άντλησης και συμπληρωματικής σίτισης, σε περιπτώσεις χαμηλής παραγωγής του.
Πηγή: Protagon.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου