Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

PISA: Μήπως οι έφηβοι γίνονται λιγότερο ικανοί;

Η PISA, πρόγραμμα του ΟΟΣΑ, εξετάζει τις γνώσεις και τις δεξιότητες των μαθητών λίγο πριν ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση. Στην τελευταία μέτρηση συμμετείχαν και τα 38 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ, μαζί με 53 ακόμη εκπαιδευτικά συστήματα. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν μια τάση που έχει πλέον διάρκεια: στις 23 χώρες του ΟΟΣΑ που συμμετέχουν σε όλες τις μετρήσεις από το 2000, οι επιδόσεις κορυφώθηκαν περίπου το 2012 και έκτοτε μειώνονται. Στα μαθηματικά και στην ανάγνωση, ένας σημερινός 15χρονος εμφανίζει κατά μέσο όρο επίπεδο που πριν από μία δεκαετία θα αντιστοιχούσε περίπου σε 14χρονο. 

Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τους μαθητές που βρίσκονται ήδη χαμηλά στην κατάταξη. Η απόσταση ανάμεσα στους καλύτερους και τους χειρότερους μαθητές είναι σήμερα η μεγαλύτερη που έχει καταγράψει ποτέ η PISA. Περίπου ένας στους πέντε 15χρονους στις χώρες του ΟΟΣΑ θεωρείται χαμηλών επιδόσεων και στα τρία αντικείμενα –ανάγνωση, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες– έναντι 16% τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Οπως σημειώνει ο Economist, πρόκειται για νέους που ενδέχεται να δυσκολεύονται ακόμη και να κατανοήσουν κάτι περισσότερο από ένα απλό κείμενο ή να βγάλουν άκρη με έναν λογαριασμό κοινής ωφελείας. 

Δεν καταρρέουν όμως όλοι. Η Ασία εξακολουθεί να κυριαρχεί στις πρώτες θέσεις. Η Κίνα, που επέστρεψε στις εξετάσεις για πρώτη φορά από το 2018, βρίσκεται πολύ μπροστά, αν και τα στοιχεία της αφορούν μόνο τέσσερις πλούσιες επαρχίες. Στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες οι κινέζοι μαθητές συγκεντρώνουν περίπου 100 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, όταν 20 μονάδες θεωρούνται χονδρικά η πρόοδος ενός μαθητή μέσα σε μία ολόκληρη σχολική χρονιά. Ακολουθούν η Σιγκαπούρη, το Μακάο, η Ταϊβάν και η Ιαπωνία. 

Στη Δύση, η Εσθονία εξακολουθεί να διαθέτει το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, ενώ η Τουρκία σημειώνει εντυπωσιακή άνοδο. Και η Βρετανία έχει λόγους να χαμογελά: οι μαθητές της βρίσκονται πλέον στην πρώτη δεκάδα παγκοσμίως και στα τρία αντικείμενα. Σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση, βελτίωσαν τις επιδόσεις τους στις φυσικές επιστήμες και παρέμειναν περίπου στα ίδια επίπεδα σε ανάγνωση και μαθηματικά. Σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι υποχωρούν, αυτό θεωρείται επιτυχία, σημειώνει ο Economist. 

Η πανδημία, οι οθόνες και η απουσία από το σχολείο 

Η Covid ασφαλώς έχει αφήσει το αποτύπωμά της. Τα παιδιά που συμμετείχαν στις φετινές εξετάσεις ήταν περίπου δέκα ετών όταν ξέσπασε η πανδημία και ενδέχεται να επηρεάστηκαν περισσότερο από τις διακοπές στη σχολική ζωή. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν τελείωσε μαζί με την πανδημία. Οι απουσίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο Εconomist, παραμένουν πολύ υψηλότερες από τα προ πανδημίας επίπεδα: στις πλούσιες χώρες περίπου το 15% των μαθητών χάνει τουλάχιστον μία ημέρα φοίτησης από το Δημοτικό κάθε δύο εβδομάδες, έναντι περίπου 10% το 2019. Και η απώλεια ακόμη και λίγων ημερών μαθημάτων μπορεί να έχει αισθητή επίπτωση στις επιδόσεις. 

Υπάρχει όμως και ένας άλλος ύποπτος: η τεχνολογία. Τα κινητά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφήνουν λιγότερο χρόνο για την ανάγνωση και την κατανόηση σύνθετων κειμένων. Ο Αντρέας Σλάιχερ, επικεφαλής εκπαίδευσης του ΟΟΣΑ, μιλά για αύξηση των μαθητών που χαρακτηρίζονται «βιαστικοί αναγνώστες»: διαβάζουν γρήγορα τις ερωτήσεις, αλλά κάνουν πολλά λάθη. Στις ΗΠΑ, το ποσοστό των εννιάχρονων που λένε ότι διαβάζουν βιβλία για ευχαρίστηση έχει πέσει από σχεδόν 60% τη δεκαετία του 1990 στο 37% σήμερα. 

Η πτώση της αναγνωστικής ικανότητας μπορεί να επηρεάζει και τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες, καθώς η καλή κατανόηση κειμένου αποτελεί προϋπόθεση για την πρόοδο και σε αυτά τα μαθήματα. Ο Economist επισημαίνει ότι η τεχνολογία δεν είναι ο μόνος παράγοντας, αλλά η αυξανόμενη εξάρτηση από τις οθόνες προκαλεί εύλογη ανησυχία. 

Και τα ίδια τα σχολεία δεν είναι άμοιρα ευθυνών. Ο Σλάιχερ θεωρεί ότι έχουν γίνει υπερβολικά «εφησυχασμένα», με μια τάση να παρουσιάζουν ακόμη και τη μέτρια εργασία ως ικανοποιητική. Παράλληλα, επικρίνει την άκριτη χρήση εκπαιδευτικού λογισμικού, καθώς μαθητές και εκπαιδευτικοί χρησιμοποιούνται ουσιαστικά ως δοκιμαστικά πεδία για εργαλεία που δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί αποτελεσματικά. Οι εκπαιδευτικοί αναφέρουν επίσης ότι αυξάνεται ο χρόνος που χρειάζονται απλώς για να διατηρήσουν την τάξη ήρεμη. 

Τι μπορεί να αναστρέψει την πορεία; 

Η ιστορία της Φινλανδίας αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον προειδοποιητικό παράδειγμα. Το 2000 βρέθηκε στην κορυφή της PISA και έγινε πρότυπο για ολόκληρο τον κόσμο. Εκπαιδευτικοί και πολιτικοί ταξίδευαν στο Ελσίνκι για να μελετήσουν ένα σύστημα που έδινε λιγότερη έμφαση στις εξετάσεις και τις επιθεωρήσεις και περισσότερο στη μάθηση μέσα από το παιχνίδι και στην ενεργή συμμετοχή των μαθητών. 

Μόνο που έκτοτε η Φινλανδία είναι μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη πτώση επιδόσεων. Οι επικριτές της υποστηρίζουν ότι τα εξαιρετικά αποτελέσματα του 2000 δεν οφείλονταν στις τότε «προοδευτικές» μεθόδους, αλλά σε πιο παραδοσιακές πρακτικές που παρέμεναν ισχυρές στα σχολεία της τη δεκαετία του 1990. Αν έχουν δίκιο, η διεθνής εκπαιδευτική πολιτική μπορεί να ακολούθησε για χρόνια έναν λάθος δρόμο. 

Ισως γι’ αυτό αξίζει να ξανακοιτάξει προς την Ασία. Εκεί, σύμφωνα με τον Economist, οι τάξεις δεν είναι απαραίτητα μικρότερες και οι εκπαιδευτικοί περισσότεροι. Αντιθέτως, πολλά ασιατικά συστήματα προτιμούν λιγότερους δασκάλους, αλλά καλύτερα αμειβόμενους και πιο εντατικά εκπαιδευμένους. Η επιλογή αυτή φαίνεται να αποδίδει περισσότερο από την αμερικανική πρακτική της συνεχούς αύξησης του προσωπικού. 

Η Βρετανία, πάλι, προσφέρει ένα διαφορετικό μάθημα. Εδώ και περίπου 15 χρόνια, η Αγγλία κινήθηκε προς πιο «πλούσια σε γνώσεις» αναλυτικά προγράμματα, αυστηρότερες εξετάσεις και επιθεωρήσεις, περιορίζοντας την έμφαση στις εργασίες που διευκολύνουν την αντιγραφή και απομακρύνοντας μεθόδους διδασκαλίας που θεωρούνται μόδες χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Η διαφορά με τη Σκωτία είναι ενδεικτική: πριν από δύο δεκαετίες οι σκωτσέζοι μαθητές είχαν καλύτερες επιδόσεις, ενώ σήμερα υστερούν, παρά τις υψηλότερες δαπάνες ανά μαθητή. 

Τα αποτελέσματα της PISA, παρατηρεί ο Εconomist, δεν καθορίζουν την αξία ή το μέλλον ενός ανθρώπου. Συνδέονται όμως ισχυρά με την οικονομική και κοινωνική πορεία του. Καλύτερες σχολικές επιδόσεις σχετίζονται με υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερη υγεία και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Σε εθνικό επίπεδο, μάλιστα, η άνοδος των γνωστικών ικανοτήτων συνδέεται στενά με τη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη. 

Και καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη εισέρχεται πλέον παντού, το κόστος της εκπαιδευτικής αποτυχίας ίσως γίνει ακόμη μεγαλύτερο. Ο Economist κλείνει με μια προειδοποίηση που δεν αφορά μόνο τους μαθητές: αν τα σχολεία δεν διορθώσουν γρήγορα την πορεία, η τεχνολογία μπορεί να καταστήσει ακόμη πιο πολύτιμους τους καλά εκπαιδευμένους και πολύ πιο ευάλωτους όσους μένουν πίσω. 

Πηγή: Protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου