Ένα πρωί, μια μαθήτρια σε γυμνάσιο της Αθήνας ζήτησε να μιλήσει ιδιαιτέρως σε εκπαιδευτικό του σχολείου της. Ηταν πολύ ταραγμένη. Της περιέγραψε περιστατικά σωματικής βίας μέσα στην οικογένειά της.
Το σχολείο αναζήτησε καθοδήγηση και στη συνέχεια απευθύνθηκε στην Εισαγγελία. «Η αλήθεια είναι ότι ο εισαγγελέας ενήργησε αμέσως» αναφέρει στο «Βήμα» η εκπαιδευτικός, η οποία ζήτησε να μη δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία της.
Κοινωνικοί λειτουργοί πήγαν στο σχολείο και στη συνέχεια στην οικογένεια. Η ψυχολόγος του σχολείου συνέχισε να βλέπει τη μαθήτρια και κάλεσε τη μητέρα, η οποία, σύμφωνα με την εκπαιδευτικό, δεν εμφανίστηκε.
Το παιδί παρέμεινε στο σπίτι και μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς δεν ανέφερε νέο περιστατικό. Η εκπαιδευτικός θα ήθελε συχνότερες επισκέψεις στο σπίτι και «μια πιο στενή επίβλεψη από το κράτος». Αναρωτιέται ακόμη αν η μαθήτρια, νιώθοντας ενοχές επειδή είχε εκθέσει τη μητέρα της, έγινε αργότερα πιο επιφυλακτική στο να μιλήσει.
Η παραπάνω ιστορία απέχει πολύ από όσα έχουν γίνει γνωστά για την υπόθεση της Κυψέλης. Συναντώνται όμως σε ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει αφού ένα παιδί έχει ήδη περάσει στο ραντάρ της παιδικής προστασίας;
Ο κομβικός ρόλος της Εισαγγελίας
Κομβικό ρόλο στο σημερινό σύστημα έχει η Εισαγγελία. Μετά από μια αναφορά μπορούν, ανάλογα με την υπόθεση, να κινητοποιηθούν κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων, νοσοκομεία, η Αστυνομία και άλλοι φορείς. Ο εισαγγελέας, με βάση τις πληροφορίες που συγκεντρώνονται, αποφασίζει για την περαιτέρω πορεία, όπως επιβεβαιώνει ο Συνήγορος του Πολίτη.
Η πίεση στον εισαγγελικό κόμβο έχει αυξηθεί σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών που τέθηκαν υπόψη του «Βήματος», το Τμήμα Ανηλίκων είχε 850 μη ποινικούς φακέλους το 2021 και 1.607 το 2025. Εως τις 2 Σεπτεμβρίου φέτος είχαν καταγραφεί 1.050.
«Και ακόμα δεν έχουν ξεκινήσει τα σχολεία» σχολίασε διοικητικό στέλεχος. Τέσσερις εισαγγελείς καλύπτουν ολόκληρη την Αττική. Μεγάλο μέρος των φακέλων αφορά, σύμφωνα με εισαγγελικές πηγές, γονεϊκή παραμέληση, ελλιπή φοίτηση και ψυχολογική βία.
Μόνιμος μόνο ένας από τους οκτώ
Η πίεση μεταφέρεται στον επόμενο κρίκο. Στον Δήμο Αθηναίων η Ομάδα Προστασίας Ανηλίκων (ΟΠΑ) διαθέτει οκτώ κοινωνικούς λειτουργούς, μόνο έναν μόνιμο, και το 2025 διαχειρίστηκε 613 περιστατικά.
Η αστάθεια της στελέχωσης έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε ένα πεδίο όπου η συνέχεια της σχέσης με παιδί και οικογένεια αποτελεί μέρος της παρέμβασης. «Σε λίγους μήνες δεν ξέρουμε πόσους θα έχουμε» λέει η προϊσταμένη της ΟΠΑ του δήμου, δρ Λίνα Λαχανιώτη.
Οι υποθέσεις ιεραρχούνται με βάση την εκτίμηση κινδύνου και η διερεύνηση μπορεί να διαρκέσει από περίπου τρεις εβδομάδες έως μήνες. Η ομάδα προσπαθεί να κρατά διαχειρίσιμο τον αριθμό των ενεργών υποθέσεων, ενώ περισσότερα περιστατικά περιμένουν να αναληφθούν.
«Η αναμονή», λέει η κυρία Λαχανιώτη, «είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δυνατότητα εξυπηρέτησης». Για την πρόεδρο του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος, Τριανταφυλλιά Αθανασίου, η κοινωνική έρευνα συνιστά απαιτητική επιστημονική διαδικασία, όχι διοικητική πράξη που μπορεί να επισπευσθεί χωρίς κόστος στην ποιότητά της. «Το θέμα δεν είναι να μειώσουμε τον χρόνο. Είναι να αυξήσουμε τους επαγγελματίες».
Η υποστελέχωση των δημοτικών υπηρεσιών δεν εξαντλεί το πρόβλημα.
Ο Ν. 2447/1996 προέβλεψε Κοινωνική Υπηρεσία σε κάθε Πρωτοδικείο, όμως στο Πρωτοδικείο Αθηνών δεν λειτουργεί. Η εισαγγελέας Ανηλίκων Κατερίνα Μήτρου θεωρεί ότι η απουσία της δημιουργεί πραγματικό κενό παρακολούθησης και αναφέρει ότι έχουν υποβληθεί σχετικά αιτήματα στελέχωσης στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Ο Συνήγορος του Πολίτη, που πιέζει επί σειρά ετών για την κάλυψη αυτού του «βασικού κενού», επισημαίνει ότι η υπηρεσία θα μπορούσε να υποστηρίζει την Εισαγγελία στον συντονισμό και την παρακολούθηση των ενεργειών των διαφορετικών φορέων. Υπάρχει και δεύτερο θεσμικό κενό.
Οι εισαγγελείς Ανηλίκων ενεργούν με βάση το άρθρο 1532 του Αστικού Κώδικα, που τους επιτρέπει σε επείγουσες περιπτώσεις να διατάσσουν μέτρα προστασίας όταν ένα παιδί βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Η διάταξη θεμελιώνει την εξουσία παρέμβασης, δεν ορίζει όμως τη διαδρομή μιας υπόθεσης.
Η κυρία Μήτρου επισημαίνει ότι δεν υπάρχει πρωτόκολλο διαχείρισης περιστατικών για την Εισαγγελία Ανηλίκων. Στην πράξη, προσθέτει, το «σήμα» παρακολούθησης μιας υπόθεσης μπορεί να χαθεί όταν δεν υπάρχει επαρκής συντονισμός μεταξύ Αστυνομίας και κοινωνικών υπηρεσιών. Ο Συνήγορος του Πολίτη διαπιστώνει ευρύτερα την απουσία ενιαίου δεσμευτικού πλαισίου που να συνδέει τους εμπλεκόμενους φορείς.
Οι συνέπειες οξύνονται όταν κρίνεται αναγκαία η απομάκρυνση ενός παιδιού από το οικογενειακό του περιβάλλον. Η κυρία Μήτρου εντοπίζει ελλείψεις σε κατάλληλους χώρους φιλοξενίας και παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα παιδιά χωρίς λόγο νοσηλείας να παραμένουν σε παιδιατρικά νοσοκομεία επειδή δεν υπάρχει άμεσα διαθέσιμη εναλλακτική, όπως η επείγουσα αναδοχή. Για την κυρία Λαχανιώτη, η παραμονή αυτή συνιστά «δευτερεύουσα θυματοποίηση».
Ενα μέρος της απαιτούμενης υποδομής έχει ήδη θεσμοθετηθεί. Από το 2023, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) λειτουργεί το «Εθνικό Σύστημα Καταγραφής και Παρακολούθησης Αναφορών Περιστατικών Κακοποίησης Ανηλίκων».
Η πλατφόρμα mila.gov.gr έχει σχεδιαστεί ώστε να παρακολουθεί μια υπόθεση από την αναφορά έως την ολοκλήρωσή της, συνδέοντας και προηγούμενες αναφορές για το ίδιο παιδί. Σήμερα όμως λειτουργεί μόνο η καταγραφή. Για την ενεργοποίηση της παρακολούθησης απαιτείται Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία δεν έχει ακόμη εκδοθεί.
Οταν ενεργοποιηθεί πλήρως, το mila.gov.gr θα μπορεί να κάνει μια υπόθεση ορατή σε όλη τη διαδρομή της. Δεν αποφασίζει όμως ποιος την «κρατά»: το ΕΚΚΑ διευκρινίζει ότι η πλατφόρμα δεν μεταβάλλει τις υφιστάμενες αρμοδιότητες.
Για τη Μυρσίνη Καζάκου, υπεύθυνη του Τομέα Παιδικής Προστασίας στο Γραφείο της UNICEF στην Ελλάδα, η επόμενη μεγάλη πρόκληση αφορά την ενίσχυση της διακυβέρνησης και της διασύνδεσης του συστήματος παιδικής προστασίας. «Ενα παιδί μπορεί να έχει έρθει σε επαφή με διαφορετικές υπηρεσίες, χωρίς να υπάρχει επικοινωνία και συντονισμός μεταξύ τους» σημειώνει στο «Βήμα».
Ιδιαίτερη έμφαση, προσθέτει, χρειάζεται να δοθεί στις υπηρεσίες παιδικής προστασίας σε τοπικό επίπεδο, ώστε η παρέμβαση να ενεργοποιείται έγκαιρα και όχι όταν μια υπόθεση έχει ήδη κλιμακωθεί ή φθάσει στη Δικαιοσύνη. «Ενα συνεκτικό σύστημα θα πρέπει να επενδύει ταυτόχρονα στην πρόληψη, στην έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων και στην υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειας, στην κοινότητα, στη γειτονιά και στο σχολείο, μέσα από υπηρεσίες που βρίσκονται πιο κοντά στην καθημερινότητά τους» καταλήγει.
Σχέδιο για μοναδικό κωδικό ανά υπόθεση
Την αρχιτεκτονική διακυβέρνησης επιχειρεί να επανεξετάσει διετές έργο του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, με τεχνική υποστήριξη της UNICEF και χρηματοδότηση μέσω του ευρωπαϊκού Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, εξετάζεται δεσμευτικό πρωτόκολλο διαδοχικών ενεργειών για μια διαδρομή που σήμερα μπορεί να εμπλέκει πέντε διαφορετικά υπουργεία (Δικαιοσύνης, Προστασίας του Πολίτη, Παιδείας, Υγείας και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας) καθώς και τους δήμους, με μοναδικό κωδικό ανά υπόθεση και παρακολούθηση της πορείας της από την Εισαγγελία.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και η επιτάχυνση των ενεργειών για παιδιά που παραμένουν σε νοσοκομεία πέραν του ιατρικά αναγκαίου χρόνου.
Η επιλογή του τελικού μοντέλου παραμένει ανοιχτή: πόσο εισαγγελοκεντρικό θα παραμείνει το σύστημα και πόσο θα ενισχυθεί ο κεντρικός ρόλος των κοινωνικών υπηρεσιών στη διαχείριση και την παρακολούθηση κάθε υπόθεσης;
Στην περίπτωση της μαθήτριας με την οποία ξεκίνησε αυτό το ρεπορτάζ, το πρώτο σήμα ακούστηκε και οι υπηρεσίες αντέδρασαν. Και στην υπόθεση της Κυψέλης;
Πηγή: Το Βήμα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου