Όταν ένα κωφό παιδί ή ένα παιδί με προβλήματα ακοής εντάσσεται για πρώτη φορά σε μια οικογένεια ατόμων που ακούν, οι φροντιστές καλούνται να λάβουν αποφάσεις που πιθανότατα δεν είχαν ποτέ φανταστεί. Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα είναι ποια γλώσσα (ή γλώσσες) θα χρησιμοποιήσουν με το παιδί τους και πότε ακριβώς θα πρέπει να εισαγάγουν τη γλώσσα αυτή. Για τις οικογένειες που επιλέγουν να μάθουν την Νοηματική Γλώσσα παράλληλα με το παιδί τους, μια νέα μελέτη παρέχει στοιχεία που δείχνουν ότι η προσπάθειά τους μπορεί να βοηθήσει σημαντικά το παιδί, ακόμη και πριν οι ίδιοι αποκτήσουν άνεση στη χρήση της.
Η μελέτη με τίτλο «Mechanisms of Vocabulary Acquisition Persist Under Variable Language Experience» (Οι μηχανισμοί εκμάθησης λεξιλογίου διατηρούνται παρά τις διαφοροποιήσεις στη γλωσσική εμπειρία), η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Developmental Science, εκπονήθηκε από τις ερευνήτριες Amelia Becker, Jennie Pyers και Naomi Caselli (από το Κέντρο για Κωφούς του Πανεπιστημίου της Βοστώνης και το Wellesley College). Οι ερευνήτριες συνέκριναν τον τρόπο με τον οποίο ανέπτυσσαν το αρχικό τους λεξιλόγιο στην Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα (ASL) δύο ομάδες παιδιών: κωφά παιδιά που είχαν κωφούς φροντιστές-χρήστες νοηματικής γλώσσας και κωφά παιδιά που είχαν ακούοντες φροντιστές —οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν αρχάριοι στη νοηματική γλώσσα. Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότερα από 230 παιδιά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά.
Όπως υπέθεταν και περίμεναν οι ερευνητές, τα παιδιά που είχαν ακούοντες φροντιστές διέθεταν μικρότερο λεξιλόγιο στην ASL (Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα). Έχει διαπιστωθεί πλέον από πολλές έρευνες η ύπαρξη γλωσσικών κενών που συνδέονται με την καθυστερημένη ή ασυνεπή έκθεση στη γλώσσα των κωφών παιδιών ακουόντων γονέων και η παρούσα έρευνα επαλήθευσε για άλλη μια φορά την συγκεκριμένη διαπίστωση. Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον εύρημα αφορούσε τα κοινά στοιχεία μεταξύ των δύο ομάδων παιδιών. Όταν οι ερευνητές συνέκριναν όχι μόνο τον αριθμό των νοημάτων που γνώριζε κάθε ομάδα αλλά και τα είδη των νοημάτων που μάθαιναν τα παιδιά, διαπίστωσαν ότι οι δύο ομάδες παρουσίαζαν εντυπωσιακές ομοιότητες. Αυτό είναι σημαντικό, διότι η σειρά με την οποία τα παιδιά μαθαίνουν νοήματα αντικατοπτρίζει τα πρότυπα που εντοπίζουν στη γλώσσα του περιβάλλοντός τους, και αυτή η αναγνώριση προτύπων αποκαλύπτει τις γνωστικές δεξιότητες που καθοδηγούν τη μάθησή τους. Εφόσον τα παιδιά μάθαιναν νοήματα ακολουθώντας τους ίδιους συστηματικούς τρόπους και πρότυπα, ανεξάρτητα από το ποιος επικοινωνούσε μαζί τους μέσω νοηματικής, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι και στις δύο ομάδες λειτουργούσαν οι ίδιοι υποκείμενοι γνωστικοί μηχανισμοί.
«Η σύνθεση του πρώιμου λεξιλογίου των παιδιών παρουσίαζε αξιοσημείωτες ομοιότητες και στις δύο ομάδες, παρά τις διαφορετικές γλωσσικές εμπειρίες τους.»
Το εύρημα αυτό αμφισβητεί μια λεπτή αλλά επιζήμια παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η μεταβλητή ή ατελής πρώιμη γλωσσική έκθεση όχι μόνο επιβραδύνει την ανάπτυξη, αλλά και την αλλοιώνει. Η μελέτη αυτή υποδεικνύει το αντίθετο: όταν τα κωφά παιδιά εκτίθενται σε προσβάσιμη γλώσσα —ακόμη και αν αυτή δεν χαρακτηρίζεται από άψογη ροή—, ο εγκέφαλος τους επιτελεί τη λειτουργία για την οποία είναι εκ φύσεως προγραμματισμένος.
Οι διαφορές στο εύρος του λεξιλογίου εξακολουθούν να χρήζουν προσοχής. Οι ερευνητές τόνισαν ότι η έγκαιρη έκθεση στη γλώσσα είναι καθοριστικής σημασίας και ότι, όσο νωρίτερα ξεκινά η χρήση της νοηματικής, τόσο καλύτερα τείνουν να είναι τα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, στη συγκεκριμένη μελέτη, τα παιδιά που είχαν ακούοντες φροντιστές χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να μάθουν λιγότερο συχνά χρησιμοποιούμενα νοήματα, πιθανότατα επειδή τα έβλεπαν σπανιότερα. Η διεύρυνση της έκθεσης του παιδιού σε άτομα που χρησιμοποιούν τη νοηματική με άνεση, καθώς και στην ευρύτερη κοινότητα των Κωφών, μπορεί να συμβάλει στην κάλυψη των κενών που υπάρχουν στην έκθεσή του στη γλώσσα στο οικιακό περιβάλλον. Ωστόσο, οι οικογένειες που μαθαίνουν τη νοηματική παράλληλα με το παιδί τους δεν αποτυγχάνουν στην αποστολή τους. Παρέχουν στο γλωσσικό σύστημα του παιδιού το απαραίτητο υλικό για να αναπτυχθεί – και το σύστημα αυτό, όπως αποδεικνύεται, διαθέτει μεγάλη ανθεκτικότητα.
Απόδοση του άρθρου Early and Accessible is More Important than Perfect: What New Research Tells Us About Deaf Children Learning to Sign from Hearing Families
Ιωάννα Αγγέλου
Ειδική Παιδαγωγός (Παν. Θεσσαλίας)
Νηπιαγωγός (Α.Π.Θ.)
MEd - Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου