Τα σχολεία της χώρας ανοίγουν τις πόρτες τους και, σχεδόν αυτόματα, η προσοχή όλων στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στα παιδιά και τους γονείς, που βλέπουν τη νέα χρονιά να ανοίγεται μπροστά τους. Υπάρχει, όμως, και μια κατηγορία εκπαιδευτικών που, σε αντίθεση με τα παιδιά και τους γονείς, κοιτάζει πίσω αντί για μπροστά, καθώς η νέα σχολική χρονιά δεν θα τους βρει στις αίθουσες.
Αλήθεια, τι συμβαίνει στους δασκάλους όταν παύουν πια να είναι δάσκαλοι; Πώς μοιάζει η μετάβαση από τις τάξεις σε μια καθημερινότητα χωρίς τις ερωτήσεις και τους προβληματισμούς των παιδιών; Με λίγα λόγια, τι κάνουν όταν φτάνει η ώρα να βγουν στη σύνταξη και να γνωρίσουν έναν νέο κόσμο που δεν «ντύνεται» πλέον ηχητικά από το πρώτο κουδούνι της ημέρας;
Η Ντίνα Κώρου ξυπνούσε ακόμα με το εσωτερικό ρολόι του δασκάλου για έναν ολόκληρο χρόνο μετά τη συνταξιοδότησή της. Ο Τάκης Χριστακόπουλος, αντίθετα, στην τελευταία του βόλτα στο προαύλιο του σχολείου, ένιωσε απλώς ότι έκλεισε ένας κύκλος και προχώρησε. Και οι δύο εκπαιδευτικοί, παντρεμένοι στη ζωή και συνοδοιπόροι στα σχολεία, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ίδια μετάβαση, αλλά την περπάτησαν με διαφορετικό βήμα. Αυτή είναι η ιστορία τους.
Ένα όνειρο ζωής
«Ήταν το όνειρο της ζωής μου, απ’ όταν ήμουν στο δημοτικό», λέει η Ντίνα Κώρου. «Στις δύο τελευταίες τάξεις είχα έναν υπέροχο δάσκαλο ο οποίος ήταν το πρότυπό μου. Η φιγούρα του με ακολουθούσε σε όλες τις χρονιές που έγινα δασκάλα, σαν να τον έβλεπα μπροστά μου».
Το 1985, ως αναπληρώτρια, βρέθηκε σε ένα μονοθέσιο σχολείο σε χωριό της επαρχίας Καλαβρύτων. «Για να βγω στον κεντρικό δρόμο αν ήθελα να φύγω το Σαββατοκύριακο, έπρεπε να περπατάω με τη συνοδεία κάποιου γονέα για δύο ώρες. Το χωριό ήταν σε ένα φαράγγι κάπως, ήταν δεκατέσσερα σπίτια όλα κι όλα περίπου και είχα εφτά μαθητές».
Ακολούθησαν δύο χρόνια στην Αθήνα ως αναπληρώτρια και μετά ο μόνιμος διορισμός στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας. «Δεν έχω λείψει από την τάξη καθόλου και δεν είχα ούτε άδεια ανατροφής, τριάντα οκτώ συνεχόμενα χρόνια. Θεωρώ ότι εμείς δεν έχουμε επάγγελμα, έχουμε ένα λειτούργημα. Πρέπει να το κάνεις μόνο αν το αγαπάς πάρα πολύ, γιατί αλλιώς δεν πρέπει να το κάνεις. Ακόμα και όταν προέκυψε μια σημαντική οικογενειακή δυσκολία και δεν μπορούσα να ηρεμήσω, με το που άνοιγε η πόρτα της τάξης και έμπαινα μέσα, έπαυε να με απασχολεί οτιδήποτε».
Την κυρία Ντίνα την υποδέχονταν καθημερινά τα παιδιά με ένα λουλούδι ή μια ζωγραφιά που είχαν φέρει από το σπίτι τους. «Ε, λοιπόν, αυτό δεν το βρίσκεις πουθενά», λέει, και η φωνή της αλλάζει. Μετά από πολλές όμορφες στιγμές όλα αυτά τα χρόνια, όμως, ήρθε η τηλεκπαίδευση και θεώρησε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να αποχωριστεί το κόκκινο στιλό της.
«Βγήκα στη σύνταξη πενήντα οκτώ χρονών. Θεωρώ ότι ήμουν πολύ νέα, αλλά έφυγα γιατί με κούρασε πάρα πολύ η τηλεκπαίδευση και το lockdown. Δεν μπορείς να καθηλώσεις μια τάξη μπροστά από τον υπολογιστή. Και μάλιστα η δική μας η γενιά που δεν είχε μάθει, που έπρεπε να βάζουμε εργασίες, να στέλνουμε, να διορθώνουμε… Κουραστήκαμε πάρα πολύ. Χωρίς βοήθεια από την πολιτεία, μέσα από βιντεάκια στο YouTube μέχρι τις δύο και τρεις η ώρα τη νύχτα προσπαθούσαμε να μάθουμε πώς θα κάνουμε τη δουλειά μας. Ο λόγος αυτός ήταν που με ώθησε να φύγω. Σίγουρα, όταν περνάς τα εξήντα, βλέπεις ότι και οι δυνάμεις σου δεν είναι οι ίδιες».
Η δύσκολη μετάβαση
«Έφυγα θεωρώντας ότι θα είμαι μια χαρά», θυμάται η κυρία Ντίνα. «Αποχαιρέτησα δεκαπέντε υπέροχα πλάσματα που είχα στην πρώτη δημοτικού. Αλλά όταν ήρθε ο Σεπτέμβρης… Τη μέρα που χτύπησε το κουδούνι για τον αγιασμό, και για όλο τον Σεπτέμβρη τον πρώτο χρόνο, έκλαιγα κάθε μέρα. Η μετάβαση ήταν πάρα πολύ δύσκολη, δεν μπορούσα να δεχτώ ότι δεν θα πάω στην τάξη, ότι δεν θα έχω παιδιά. Η σχέση που χτίζεις με τις μαθήτριες και τους μαθητές σου είναι σχέση ζωής. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα παιδιά, επειδή έχουν μέσα τους δικαιοσύνη, έχουν κρατήσει μόνο τα καλά, γιατί ξέρουν ποιος τους αγαπάει και ποιος θέλει το καλό τους».
Εκτός από τα παιδιά, στην κυρία Ντίνα λείπουν και οι συνάδελφοί της, οι δράσεις, τα θεατρικά. «Αυτή η συνεργασία, η ζωντάνια και η δημιουργικότητα μου έλειψε, γιατί μετά δεν έχεις την καθημερινή επαφή».
Για να καλύψει το μεγάλο κενό στην καθημερινότητά της, η κυρία Ντίνα ασχολήθηκε με τον πολιτιστικό σύλλογο «Φιλοστράτα» στους Αγίους Θεοδώρους. «Θέλησα, με έναν τρόπο, ό,τι είχα μέσα μου να προσπαθήσω να το δώσω, οργανώνοντας τμήματα για τα παιδιά του χωριού – που έτυχε πια να έχω και παιδιά παλιών μαθητών μου! Αυτό το πράγμα με κρατάει ζωντανή με το ίδιο πάθος».
Πλέον, η καθημερινότητα της κυρίας Ντίνας, εκτός από την ενασχόλησή της με τον πολιτιστικό σύλλογο, γεμίζει με διάφορες ασχολίες. «Μετά τον πρώτο χρόνο μπαίνεις σε άλλους ρυθμούς. Όμως μέσα σου, είσαι μία φορά δασκάλα, για πάντα δασκάλα. Αν μου έλεγαν σήμερα ότι θα μπορούσα να δουλεύω δύο-τρεις ώρες πάλι στην τάξη, θα το έκανα για μια δεκαετία ακόμα με πολλή χαρά»
«Μένει η αγάπη των παιδιών»
Ο Τάκης Χριστακόπουλος μπήκε στην εκπαίδευση το 2001, αρχικά με το πρόγραμμα της Ολυμπιακής Παιδείας. Στη συνέχεια, το 2006, μονιμοποιήθηκε με οργανική θέση στους Αγίους Θεοδώρους. «Συνολικά συμπλήρωσα είκοσι πέντε χρόνια στην εκπαίδευση, ως γυμναστής. Αυτό που σου μένει πάνω απ’ όλα είναι η αγάπη των παιδιών, τίποτα άλλο. Η αγάπη των παιδιών, τα ματάκια τους, η πρωινή συνάντηση μαζί τους κατά τη διάρκεια της ημέρας, η σχέση που αναπτύσσεται και το σχόλασμα. Αυτός είναι ο κύκλος».
Σε αντίθεση με τη σύζυγό του, ο κύριος Τάκης δεν ένιωσε τίποτα ιδιαίτερο όταν χτύπησε το τελευταίο κουδούνι. «Έκλεισα το εξηκοστό έβδομο έτος και συμπλήρωσα τα χρόνια μου, οπότε έπρεπε να φύγω. Νιώθω ότι εκπλήρωσα όλα μου τα σχέδια, όλες τις σκέψεις, όλο το πρόγραμμά μου. Έκανα το καθήκον μου χωρίς καμία τεμπελιά. Φεύγω πραγματικά χωρίς να νιώθω άγχος ή ανασφάλεια για το τι θα κάνω τώρα. Καθόλου. Φεύγω απόλυτα ευχαριστημένος από όλα και συνεχίζω τη ζωή μου ως συνταξιούχος πλέον».
Κάθε αλλαγή είναι για καλό σύμφωνα με τον κύριο Τάκη και η σύνταξη είναι σίγουρα μία από αυτές. «Τώρα νιώθω σαν να συνεχίζεται το καλοκαίρι. Το πρωινό μου θα είναι ελεύθερο. Είμαι δραστήριος άνθρωπος και έχω ήδη φτιάξει το πρόγραμμά μου με τον αθλητισμό, το ποδήλατό μου, το εγγόνι μου, τη σύζυγό μου, τους φίλους μου, τις ακροάσεις μου στο YouTube και τον Ολυμπιακό. Έχω γεμίσει τον χρόνο μου και νιώθω πολύ ωραία με αυτό».
Το πώς βλέπει κανείς τη σύνταξη, φυσικά, είναι εντελώς προσωπικό. «Αυτό που θα πρότεινα σε έναν εκπαιδευτικό που ετοιμάζεται να βγει στη σύνταξη είναι να έχει οπωσδήποτε μια διέξοδο και να δρομολογήσει δραστηριότητες για να γεμίσει τον χρόνο του. Επειδή στο σχολείο ήμασταν δραστήριοι – με ακαδημίες, χορούς ή απογευματινές ασχολίες – πρέπει να βρεις κάτι ανάλογο. Αν δεν γεμίσει ο χρόνος σου, το να κάθεσαι συνέχεια στο σπίτι ή να βγαίνεις απλώς για καφέ δεν λέει τίποτα. Άμα έχεις διέξοδο, δεν θα σου φανεί καθόλου».
Η κυρία Ντίνα χρειάστηκε το χρόνο της αλλά τελικά κατάφερε να προχωρήσει. Ο κύριος Τάκης, απλώς έκλεισε ένα κεφάλαιο και άνοιξε το επόμενο. Και οι δύο, πάντως, συμφωνούν σε ένα σημείο: η σύνταξη θέλει προετοιμασία και δημιουργικότητα – ό,τι τους χαρακτήριζε και ως εκπαιδευτικούς.
Σήμερα, περπατούν μαζί τα πρωινά, μοιράζονται τον χρόνο με το εγγόνι τους και ο καθένας με τον τρόπο του ξαναβρίσκει τον ρυθμό του. Εκείνη με τον σύλλογο και τα παιδιά του χωριού, εκείνος με το ποδήλατο και τον Ολυμπιακό του.
Πηγή: Το Βήμα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου