Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

«Ένιωθα μειονεκτικά που δεν είχα τελειώσει το σχολείο» – Ιστορίες ανθρώπων που γύρισαν στα θρανία της δεύτερης ευκαιρίας

«Δεν είμαι αυτό που μου συνέβη. Είμαι αυτό που μπορώ ακόμη να γίνω. Αν μπορεί κάθε άνθρωπος που περνά την πόρτα του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας να το πιστέψει και να φύγει από εδώ έχοντας περισσότερη πίστη στον εαυτό του, τότε έχουμε κάνει πραγματικά τη δουλειά μας», λέει στο ΒΗΜΑ η Μαρία Μαθιουδάκη, Διευθύντρια του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) Καλλιθέας.

Άνθρωποι και ιστορίες. Φτώχεια, επιβίωση, προσωπικές επιλογές, συγκυρίες. Κάθε άνθρωπος που αποφασίζει να επιστρέψει στα θρανία φέρει τη δική του μοναδική αφήγηση για τον λόγο που τον έκανε να σταματήσει το σχολείο ή να επιλέξει να μάθει την ελληνική γλώσσα αν δεν είναι η μητρική του.

Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας είναι ειδικές δομές εκπαίδευσης ενηλίκων που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα, προσφέροντας τίτλο ισότιμο με το απολυτήριο Γυμνασίου σε όσους δεν ολοκλήρωσαν τη βασική εκπαίδευση, ενώ η φοίτηση διαρκεί δύο εκπαιδευτικά έτη.

«Κάθε άνθρωπος δικαιούται να ξαναγράψει την ιστορία του. Να επιστρέψει σε έναν δρόμο που μπορεί να άφησε πίσω, να αποκτήσει γνώσεις και εφόδια, να ανακαλύψει ξανά τις δυνατότητές του και να διεκδικήσει ένα καλύτερο αύριο.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας: δεν είναι απλώς σχολεία που οδηγούν στην απόκτηση ενός τίτλου σπουδών, αλλά χώροι όπου η εκπαίδευση γίνεται δύναμη αλλαγής και προσωπικής επανεκκίνησης», αναφέρει στο ΒΗΜΑ ο Κωνσταντίνος Βλάσης, Υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Και προσθέτει: «Οι άνθρωποι που επιλέγουν να καθίσουν ξανά στα θρανία, ανεξάρτητα από την ηλικία ή τις δυσκολίες που έχουν αντιμετωπίσει, αποδεικνύουν ότι η θέληση για μάθηση δεν έχει ημερομηνία λήξης. Τα ΣΔΕ τους δίνουν τα εργαλεία να προχωρήσουν, να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους και να δημιουργήσουν νέες προοπτικές για την επαγγελματική τους ζωή.

Για το Υπουργείο Παιδείας, αλλά και για εμένα προσωπικά, η στήριξη και η ενίσχυση του θεσμού των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας αποτελεί σταθερή προτεραιότητα. Ποτέ δεν είναι αργά να επενδύσουμε στον εαυτό μας. Γιατί μια δεύτερη ευκαιρία στη μόρφωση μπορεί να γίνει μια νέα ευκαιρία στη ζωή».

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κα Μαθιουδάκη: «Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας ξεφεύγουν από τα παραδοσιακά πρότυπα διδασκαλίας. Οι μαθητές είναι ενήλικες με πλούσιες εμπειρίες ζωής, και οι αίθουσες μετατρέπονται σε χώρους ανταλλαγής γνώσεων, κατανόησης και σεβασμού.

Δεν αισθάνομαι ότι διευθύνω απλώς ένα σχολείο. Αισθάνομαι ότι κάθε μέρα γίνομαι μάρτυρας ανθρώπων που αποφασίζουν να μην παραιτηθούν από τον εαυτό τους».

Γνωρίζουμε από κοντά κάποιους από τους ανθρώπους που είτε φοίτησαν, είτε φοιτούν στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Καλλιθέας.

Η Παρασκευή Θωμά όταν διαγνώστηκε με καρκίνο είπε «τώρα θα κάνω όσα δεν έκανα, θα πάω σχολείο»

Η Παρασκευή Θωμά, σταμάτησε το σχολείο στην έκτη δημοτικού. Η οικογένειά της έφυγε από τη Βόρεια Ήπειρο και ήρθε στην Ελλάδα, σε μια εποχή που η επιβίωση ήταν πάνω απ’ όλα. «Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Έπρεπε να επιβιώσουμε», λέει.

Χρειάστηκε έναν χρόνο μέχρι να επιστρέψει στο σχολείο και όταν το έκανε, βρέθηκε ξανά στην έκτη δημοτικού, ανάμεσα σε μικρότερα παιδιά. Ήταν ήδη στην εφηβεία και η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη.

Υπήρχε, όμως και μια ακόμη δυσκολία: ήξερε να μιλά ελληνικά, αλλά όχι να γράφει. «Ξέραμε ελληνικά λόγω της μαμάς μας. Μιλούσαμε ελληνικά στο χωριό της όταν πηγαίναμε, αλλά δεν ήξερα να γράφω. Άλλο να μιλάς κι άλλο να πρέπει να πας στο σχολείο». Όταν έφτασε στην πρώτη γυμνασίου, πήρε την απόφαση να σταματήσει.

«Μια ωραία μέρα σταμάτησα». Κανείς από το σχολείο δεν αναζήτησε τότε την οικογένειά της για να ρωτήσει τι είχε συμβεί. Άλλες εποχές, άλλες συνθήκες. Οι γονείς της τής έλεγαν να μην το εγκαταλείψει, όμως εκείνη τελικά πήρε τον δρόμο της δουλειάς. «Ξεκίνησα δουλειά κατευθείαν, γιατί αυτό μας ενδιέφερε τότε και αυτό είχαμε ανάγκη».

Ξεκίνησε να εργάζεται φροντίζοντας ηλικιωμένες γυναίκες και, στα 17,5 της, βρήκε έναν άλλο τρόπο να συνεχίσει να μαθαίνει. Γράφτηκε σε ιδιωτική σχολή αισθητικής αφού χωρίς απολυτήριο Λυκείου δεν μπορούσε να ακολουθήσει άλλη εκπαιδευτική διαδρομή.

Η «εκκρεμότητα» για την Παρασκευή παρέμενε. «Πάντα ένιωθα ένα μείον, ένα κενό. Μου είχε μείνει απωθημένο που δεν είχα τελειώσει το σχολείο».

Η «κατάλληλη» συγκυρία διαμορφώθηκε την πιο δύσκολη στιγμή στη ζωή της, τη στιγμή που από το στόμα των γιατρών άκουγε τη λέξη: καρκίνος. Η διάγνωση άλλαξε ξαφνικά τις προτεραιότητές της.

«Εκεί ξαφνικά λες: εδώ είμαστε. Τώρα ό,τι προλάβουμε. Ό,τι μπορούμε να κάνουμε και όσα δεν έχουμε κάνει, τα κάνουμε. Αποφάσισα ότι θα πάω σχολείο. Θα κάνω πράγματα για ‘μένα πια. Θεραπείες και μαθήματα, μαζί. Τα κατάφερα όμως».

Στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας τής γεννήθηκε η επιθυμία να συνεχίσει. «Δεν το είχα σκεφτεί καν ότι θα προχωρήσω, να τελειώσω το Λύκειο. Εδώ μου γεννήθηκε αυτή η επιθυμία».

Τα παιδιά της παρακολουθούσαν την προσπάθειά της και, όπως λέει, καμάρωναν τη μαμά τους που επέστρεψε στα θρανία. Ήξερε, επίσης, ότι η δική της επιμονή ήταν ένα μάθημα και για εκείνα. «Πιστεύω ότι τους έδωσα μια δύναμη. Τους έδειξα ότι δεν τα παρατάμε».

Η ολοκλήρωση του σχολείου έγινε τελικά κάτι πολύ μεγαλύτερο από την απόκτηση ενός απολυτηρίου. Ήταν η απόδειξη ότι μια διαδρομή που είχε διακοπεί στα 11 της χρόνια μπορούσε, έστω και δεκαετίες αργότερα, να συνεχιστεί.

«Γι’ αυτό και δεν ξεχνάω αυτό το σχολείο, γιατί όλο ξεκίνησε εδώ. Συνάντησα τόσο υπέροχους καθηγητές που μας τα έκαναν τόσο εύκολα όλα, ώστε να πούμε “πάμε και πιο πάνω, πάμε να προχωρήσουμε και θα τα καταφέρουμε”». Όταν τη ρωτάω αν είναι περήφανη για όσα κατάφερε, χαμογελά.

«Ναι, μπορώ να πω ότι είμαι περήφανη. Ακόμα δεν το έχω πιστέψει». Το σχολείο που κάποτε εγκατέλειψε επειδή η ζωή και οι συνθήκες την ανάγκασαν να πάρει έναν διαφορετικό δρόμο, έγινε τελικά το σημείο από όπου ξεκίνησε μια δεύτερη ευκαιρία. Και αυτή τη φορά, η επιλογή ήταν μόνο δική της.

Στα 79 του ο Θανάσης Κυμέρης πήρε το απολυτήριό του

Στα 67 του χρόνια, ο Θανάσης Κυμέρης, έκανε κάτι που για πολλούς θα έμοιαζε απίθανο. Επέστρεψε στο σχολείο για να ολοκληρώσει αυτό που είχε αναγκαστεί να αφήσει πίσω του στα 11. Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να συνεχίσει μετά την έκτη δημοτικού.

Για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο στους Σοφάδες χρειάζονταν 70 δραχμές τον μήνα. Στο σπίτι δεν υπήρχαν χρήματα ούτε για τα βασικά. «Ήμασταν πάρα πολύ φτωχοί. Κρέας τρώγαμε από τη γειτονιά», θυμάται.

Ήταν, όπως λέει, ανάμεσα στα 90 παιδιά του χωριού και είχε υπάρξει πρώτος μαθητής και σημαιοφόρος. Μια δασκάλα, μάλιστα, που τον ξεχώριζε ιδιαίτερα, του έλεγε πως είχε ελπίδες και πως θα μπορούσε να σπουδάσει.

«Το απωθημένο μου ήταν να σπουδάσω, αλλά δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα». Η επιθυμία δεν έσβησε. Δεκαετίες αργότερα, όταν πληροφορήθηκε για το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, αποφάσισε να περάσει την πόρτα του.

«Ήρθα εδώ για αυτή μου την επιθυμία, για να μπορέσω να προχωρήσω». Σήμερα στα 79,5 πήρε το απολυτήριό του εν μέσω χειροκροτημάτων από μαθητές και καθηγητές.

Στο σχολείο δεν βρήκε μόνο τη γνώση που στερήθηκε ως παιδί. Βρήκε έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπει τον κόσμο. «Ο μορφωμένος άνθρωπος έχει διαβάσει, έχει μάθει. Εμείς μάθαμε στο εμπόριο να μπορέσουμε να επιβιώσουμε».

Τώρα, όμως, διαβάζει, ακούει, μαθαίνει. Ξεχωρίζει τα μαθηματικά και την ιστορία, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με τη μουσική και παίζει ακορντεόν. Πάνω απ’ όλα, λέει πως το σχολείο τον έκανε να νιώθει ξανά ζωντανός.

«Θέλω να νιώθω έτσι, πιο νέος, να μαθαίνω. Και νιώθω πιο ζωντανός, γιατί είναι και στον χαρακτήρα μου έτσι. Μ’ αρέσει αυτό».

Ο Nader Gadelsayed ήθελε να μάθει ελληνικά για να καταλάβει τα πάντα γύρω του

Το 2018, όταν ο Nader Gadelsayed έφτασε στην Ελλάδα από την Αίγυπτο, είχε ήδη ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές σπουδές του στα Οικονομικά. «Ένιωσα ότι μου λείπουν κάποια σημαντικά πράγματα. Είπα, πρέπει να μάθω τη γλώσσα σωστά και να διαβάζω και να γράφω. Χρειαζόμουν κάποιον να με βοηθήσει σε πράγματα πρακτικά, για παράδειγμα στην εφορία για να μπορέσω να συνεννοηθώ».

Ο Nader ήθελε να προχωρά μόνος του χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά κάποιον άλλον να του εξηγεί τι συμβαίνει ή να μιλά για λογαριασμό του, να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις του και να εργάζεται χωρίς το γλωσσικό εμπόδιο.

«Καμία σχέση αυτά που έχω σπουδάσει στην πατρίδα μου με αυτά που ζω εδώ. Άλλη ζωή, άλλο πράγμα. Έπρεπε να μάθω τη γλώσσα κανονικά».

Όσο περισσότερο μάθαινε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε τι του έδινε αυτή η γνώση: ανεξαρτησία. Η πρόοδος δεν ήρθε χωρίς κόπο. Για να μπορέσει να παρακολουθεί το σχολείο, έπρεπε ταυτόχρονα να δουλεύει σε δύο δουλειές.

«Έχω πολλή όρεξη. Πρέπει να καταλάβω τα πάντα γύρω μου, έλεγα». Μέσα σε δύο χρόνια ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο και πήρε το απολυτήριό του.

Ο Nader μιλά για τους εκπαιδευτικούς με ιδιαίτερη συγκίνηση. Λέει πως τον βοήθησαν σε ό,τι χρειάστηκε, ακόμη και σε πράγματα που δεν είχαν άμεση σχέση με το μάθημα.

«Με έχουν βοηθήσει στα πάντα, πέρα από το σχολείο και τα μαθήματα. Ό,τι και να χρειάστηκα, με έχουν βοηθήσει». Το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας έγινε για τον Nader ένας χώρος στον οποίο ένιωσε ότι ανήκει βαθιά και αληθινά.

«Ήμασταν σαν να ήταν σπίτι». Σχεδόν μια δεκαετία μετά ο άνθρωπος που ήρθε στην Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή χωρίς να μιλά τη γλώσσα, γράφει και διαβάζει στα ελληνικά και προετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για την ελληνική ιθαγένεια.

Για τη Βαρβάρα το σχολείο ήταν ένα απωθημένο δεκαετιών

Στα 64 της χρόνια, η Βαρβάρα ξανακάθισε στα θρανία. Έχει τακτοποιημένα τετράδια, βιβλία ντυμένα προσεκτικά και μια χαρά που δεν κρύβεται.

«Άλλαξε πολύ το πώς είδα τον εαυτό μου. Δεν το περίμενα. Δεν το φανταζόμουν. Και είναι κάτι που το κάνω με μεγάλη χαρά». Η ιστορία είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια νωρίτερα, στο Παλαιό Φάληρο, όπου μεγάλωσε. Ήταν καλή μαθήτρια και αγαπούσε το σχολείο. Παντρεύτηκε όμως πολύ μικρή και σταμάτησε.

«Πήγα Γυμνάσιο, αλλά δεν τελείωσα. Και μετά γύρισαν όλα ανάποδα. Πέρασαν τα χρόνια. Έληξε εκείνος ο γάμος. Ξαναέφτιαξα τη ζωή μου. Κατόπιν έκανα παιδί και μετά προχώρησα».

Το σχολείο ήταν και για τη Βαρβάρα απωθημένο. «Μου το έλεγαν όλοι οι φίλοι μου, όλοι οι πολύ κοντινοί μου άνθρωποι. Μου έλεγαν “είναι κρίμα που άφησες το σχολείο”, γιατί ήμουν πολύ καλή μαθήτρια και μου άρεσε πολύ».

Σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε για να κλείσει ένα ραντεβού στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η Μαρία Μαθιουδάκη, η οποία, όπως λέει, υπήρξε από τους ανθρώπους που την έκαναν να πιστέψει ότι μπορεί να το κάνει. «Πάντα η κυρία Μαρία είναι μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους και ενθάρρυνση».

Μέσα στην τάξη, βρήκε ξανά τον δρόμο της. Όταν πήρε το απολυτήριο Γυμνασίου, έκλαψε. «Ήταν απίστευτο». Δεν είχε σκοπό να πάει παρακάτω. Το Λύκειο δεν ήταν στα σχέδιά της, μέχρι που ο μαθηματικός Κώστας Τζιρώνης τής είπε ότι πρέπει να συνεχίσει, να τολμήσει.

Και τόλμησε. Σήμερα συνεχίζει στο Λύκειο, παράλληλα με τη δουλειά της. Δεν αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως μια υποχρέωση που πρέπει να βγάλει από τη μέση. Την αντιμετωπίζει ως μια καινούργια ζωή.

«Γεμίζω τη μέρα μου», λέει αναδεικνύοντας τη μία όψη του νομίσματος γιατί μέσα στο σχολείο άρχισε να βλέπει τον εαυτό της διαφορετικά. «Εδώ μας άνοιξαν ορίζοντες, σαν να μας ξεκλείδωσαν κουτάκια που δεν ξέραμε ότι είχαμε. Τα μαθήματα μάς έδωσαν έμπνευση».

Η Βαρβάρα δεν επέστρεψε στα θρανία για να πάρει έναν τίτλο σπουδών. Ο τρόπος που μιλάει δείχνει έναν άνθρωπο ο οποίος στις σχολικές αίθουσες ανακάλυψε έναν χώρο να ταιριάξει τον εαυτό της.

«Μ’ αρέσει πάρα πολύ. Αυτό που έχω να πω είναι ότι αν θέλει ένας άνθρωπος, μπορεί. Μπορεί».

Η 74χρονη Ελένη Μπαλανίκα ξανακάθισε στα θρανία για να εκπληρώσει το όνειρο μιας ζωής

«Όταν η ώρα φτάσει τέσσερις, δεν με κρατάς μέσα στο σπίτι, ούτε δεμένη. Πρέπει να φύγω, να πάω στο σχολείο», λέει η 74χρονη Ελένη Μπαλανίκα. Η επιστροφή της στο σχολείο άργησε περίπου έξι δεκαετίες. Όχι, επειδή δεν το ήθελε.

Το ήθελε από παιδί. Αλλά η ζωή αποφάσισε αλλιώς. Την πρώτη φορά ήταν η μητέρα της. Τη δεύτερη, πολλά χρόνια αργότερα, ο σύζυγός της.

Η Ελένη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα, στο ορεινό χωριό Σταυρός. Όταν έφτασε η ώρα να πάει στο Γυμνάσιο, έπρεπε να παίρνει το λεωφορείο για την πόλη, περίπου 20-25 χιλιόμετρα μακριά. Η μητέρα της φοβήθηκε μήπως την πειράζουν τα παιδιά στον δρόμο και δεν την άφησε να συνεχίσει το σχολείο.

Λίγο αργότερα η οικογένεια έφυγε για την Αθήνα και εκείνη δούλεψε κορδελιάστρα. Έμαθε την τέχνη και στη συνέχεια άνοιξε τη δική της βιοτεχνία. Για χρόνια η ζωή της προχωρούσε ανοδικά, ώσπου η κρίση χτύπησε τις μικρές ελληνικές επιχειρήσεις. Επέστρεψε στην Κέρκυρα και ήταν εκεί που άκουσε πρώτη φορά για την ύπαρξη των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας.

«Κι εγώ μπορώ να πάω», σκέφτηκε κάτι που, στην πραγματικότητα, περίμενε χρόνια να πει στον εαυτό της. Ο σύζυγός της τής είπε ότι δεν μπορούσε να αφήσει τις δουλειές της και ότι δεν μπορεί να πάει. Η Ελένη ήταν τότε περίπου 60 ετών. Δεν είχε κουράγιο να μπει σε μια ατέρμονη διαπραγμάτευση.

«Το δέχτηκα. Έκανα πως το δέχτηκα, αλλά αυτό δούλεψε πολύ αρνητικά μέσα μου. Αυτή η απαγόρευση με σημάδεψε». Όταν ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή το 2022, επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ζούσε ο γιος της. Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για τη ζωή της.

«Γιατί δεν πηγαίνεις στο σχολείο;», τη ρωτάει η νύφη της «ξεκλειδώνοντας» μια επιθυμία σε αναμονή.

«Ήταν το μεγαλύτερο και το ωραιότερο δώρο που έχω κάνει στον εαυτό μου. Εδώ άνοιξε ένας νέος κόσμος. Ένα φανταστικό μονοπάτι που όποιος το περπατάει είναι τυχερός. Όποιος σέβεται τον εαυτό του, αγαπάει τον εαυτό του, μπορεί να κάνει αυτό το βήμα και να ανοίξουν οι ορίζοντες, να ανοίξουν τα μάτια της ψυχής του, της καρδιάς του».

Σήμερα η Ελένη Μπαλανίκα είναι μαθήτρια Γ’ Λυκείου. «Δεν έβλεπα την ώρα να έρθει ο Σεπτέμβρης πια. Να ανοίξουνε».

Όταν ο Ιωσήφ ξεκίνησε τα μαθήματα αισθάνθηκε ευτυχισμένος

Οι πρόγονοί του πήραν κάποτε τον δρόμο της προσφυγιάς. Αρμένιοι που, μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, ξεκίνησαν από την πατρογονική τους γη και μέσα από την έρημο έφτασαν στη Συρία και αργότερα στον Λίβανο. Εκεί γεννήθηκαν οι γονείς του Ιωσήφ. Εκεί γεννήθηκε και ο ίδιος. Στα 17 του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Έχουν περάσει από τότε 41 ολόκληρα χρόνια. Η απόφαση να σταματήσει το σχολείο στην Ε’ Δημοτικού δεν ήταν δική του. Η ακούσια εκείνη διακοπή δεν έσβησε την επιθυμία του να μάθει.

Ο στόχος του δεν είναι απλά και μόνο η απόκτηση ενός χαρτιού. Σκοπός του Ιωσήφ είναι η απόκτηση της δυνατότητας να εκφράζεται όπως θέλει στα ελληνικά, τη γλώσσα της χώρας στην οποία ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. «Να μπορώ να μιλήσω ορθά, να ρέει η γλώσσα μου», λέει.

Ένας ποιητής φίλος του ήταν εκείνος που το 2025 τον έφερε στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας. «Η μάθηση έχει πολλές πλευρές. Ο καθένας έρχεται για διαφορετικό λόγο. Εγώ αποφάσισα να πάω στο Γυμνάσιο και να συνεχίσω. Μέχρι πρύτανης θέλω να γίνω. Εκεί θα σταματήσω».

Σε αντίθεση με ένα παιδί που θεωρεί ότι ο χρόνος είναι απεριόριστος, ένας ενήλικας γνωρίζει ότι η ζωή έχει αρχή, μέση και τέλος. Γι’ αυτό και η γνώση αποκτά άλλη αξία.

«Μπαίνουμε στην άμεση γνώση. Να καταλάβουμε, να σκαλίσουμε, να απορροφήσουμε τη γνώση». Ρωτώ αν είναι χαρούμενος. Με μια γλυκιά αυστηρότητα ο Ιωσήφ μού απαντά: «εδώ δεν είναι παιδική χαρά. Δεν ήταν εύκολος ο πρώτος χρόνος. Μπορώ να σου πω όμως ότι όταν ξεκίνησα αισθάνθηκα ευτυχισμένος».

Ο Ιωσήφ ξέρει ότι το ταξίδι της μάθησης δεν είναι πεπερασμένο κι αυτή τη φορά κανείς δεν μπορεί να του πει να σταματήσει. «Η γνώση δεν τελειώνει. Χαίρομαι τη στιγμή. Απολαμβάνω τη γνώση».

Η Μ. ήθελε να μάθει όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά την κουλτούρα και το συναίσθημα

Από παιδί η Μ. ήθελε να μάθει τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα. Ρωτούσε τον πατέρα της γιατί είναι μπλε ο ουρανός, πού πηγαίνει ο ήλιος τη νύχτα, γιατί η θάλασσα δεν τελειώνει ποτέ. Μια μέρα, καθισμένοι μαζί μπροστά στο νερό, τον ρώτησε πού πηγαίνει όλο αυτό το νερό που βλέπει να χάνεται στον ορίζοντα.

«Μια μέρα θα πάρεις μια βάρκα, θα πας μέχρι τον ορίζοντα και θα δεις τι υπάρχει στην άκρη αυτής της θάλασσας», της απάντησε. Κάπως έτσι γεννήθηκε η ανάγκη της να ταξιδεύει. Πρώτα εξερεύνησε την ίδια της τη χώρα.

Στην Τυνησία, όπου μεγάλωσε, οι μετακινήσεις δεν ήταν εύκολες, οπότε κάθε Κυριακή έπαιρνε ένα λεωφορείο και έφευγε προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Στην αρχή με οργανωμένες εκδρομές, αργότερα μόνη, αναζητώντας μέρη που δεν βρίσκονταν στους τουριστικούς χάρτες.

Όταν άρχισε να εργάζεται, ταξίδεψε στην Τουρκία, την Αλγερία και το Μαρόκο. Το 2019 ήρθε μια πρόταση εργασίας στην Ελλάδα. Έξι μήνες πριν είχε μάθει αγγλικά, για να μπορεί τουλάχιστον να επικοινωνεί.

Ο πατέρας της πολύ σύντομα επέμενε να επιστρέψει στην πατρίδα. Στην Ελλάδα, όμως, είχε αρχίσει να ανακαλύπτει τον κόσμο που ονειρευόταν από παιδί. Ταξίδεψε, γνώρισε την Ευρώπη, αλλά και την ίδια τη χώρα.

Και, για πρώτη φορά, ένιωσε ότι μπορούσε να αποφασίζει η ίδια. «Ένιωθα σαν ένα πουλί που άνοιξε τα φτερά του». Η απόφαση να στεριώσει στην Ελλάδα ήρθε μαζί με την επιθυμία να μάθει ελληνικά.

«Μπορούσα να κάνω ιδιαίτερα, επέλεξα όμως ένα σχολείο όπου θα ήμουν μαζί με Έλληνες. Ήθελα να μάθω όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και την κουλτούρα, το συναίσθημα».

Οι εκπαιδευτικοί: Οι άνθρωποι πίσω από τη δεύτερη ευκαιρία

«Ο ρόλος του εκπαιδευτή στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας αλλάζει: δεν είναι απλώς καθηγητής, αλλά καθοδηγητής και συνοδοιπόρος στην προσωπική και εκπαιδευτική εξέλιξη των μαθητών», αναφέρει η κα Μαθιουδάκη. Και προσθέτει: «Κάποια στιγμή παύεις να το βλέπεις απλώς ως χώρο εργασίας. Γίνεται κομμάτι της ζωής σου».

«Βίωμα ζωής» χαρακτηρίζει το σχολείο η Υποδιευθύντρια Αριστέα Πηγιάκη, ένα βίωμα που αποτελεί ευκαιρία με πολλαπλούς αποδέκτες. «Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας είναι μια δεύτερη ευκαιρία όχι μόνο για τους εκπαιδευόμενους αλλά και για τους εκπαιδευτές. Όσοι ήρθαμε δεν θέλουμε ποτέ να φύγουμε γιατί τα έχουμε αγαπήσει πάρα πολύ», αναφέρει.

Αν μια λέξη ήταν κοινή στις μαρτυρίες των εκπαιδευόμενων αυτή είναι η λέξη «οικογένεια».

«Έτσι θα έπρεπε να είναι κάθε σχολείο. Να το νιώθουν οι μαθητές σαν σπίτι τους», υπογραμμίζει η φιλόλογος Βάλια Παπαγιάννη, η οποία κάνει λόγο για «ένα πλαίσιο εκπαιδευτικό, πολύ συγκεκριμένο που εξασφαλίζει την ισοτιμία μεταξύ εκπαιδευόμενων και μεταξύ εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων, χωρίς να καταργεί όμως τον ρόλο του ενός και του άλλου».

Μια άλλη, εξίσου σημαντική, πρωταγωνίστρια είναι η «κοινότητα». «Αυτό το σχολείο είναι πραγματικά μια κοινότητα μάθησης. Υπάρχει έντονη η αίσθηση του μαζί. Γίνεται ένας χώρος διαλόγου και επικοινωνίας», αναφέρει η Κατερίνα Γιαννούλα, καθηγήτρια αγγλικών.

Με τη σειρά του ο μαθηματικός Κώστας Τζιρώνης δηλώνει «υπερήφανος και συγκινημένος» βλέποντας εκπαιδευόμενους και εκπαιδευόμενες να συνεχίζουν τις σπουδές τους. «Αγάπησα τους εκπαιδευόμενους, τους συναδέλφους, το σχολείο, το πλαίσιο, τις προθέσεις, τη συνεργασία», προσθέτει.

Η εικαστικός Ευφροσύνη Φιωτάκη βλέπει τη δημιουργία να γίνεται τρόπος σύνδεσης. «Όλοι θεωρούσαν ότι δεν ξέρουν να ζωγραφίζουν και όλοι εν τέλει με κάποιο τρόπο αυτό που έκαναν το αγαπούσαν πάρα πολύ και ήταν τα δικά τους έργα». Για κάποιους εκπαιδευτικούς, η εμπειρία αυτή μόλις αρχίζει.

Ο Γιάννης Ζαρακάς, μαθηματικός δηλώνει πως ένας από τους βασικούς λόγους που επέλεξε το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας ήταν ακριβώς αυτή η διαφορετική φιλοσοφία. «Νομίζω ότι συντελείται εδώ κάτι πολύ διαφορετικό και πολύ ωραίο». Στο ίδιο σημείο εκκίνησης και ο Δημήτρης Μαστρογιάννης, φυσικός, ο οποίος περιμένει με αγωνία να νιώσει αυτό το οικογενειακό περιβάλλον.

Για τους εκπαιδευτικούς, όπως και για τους εκπαιδευόμενους, η δεύτερη ευκαιρία είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν δεύτερο δρόμο προς την εκπαίδευση. Είναι μια σχέση, μια κοινότητα, ένα κοινό βίωμα. Ένα βίωμα που θυμίζει μια μικρή μπάλα ζυμάρι και με κόπο και μαεστρία ανοίγει και γίνεται ένα μεγάλο φύλλο από εκείνα που οι γιαγιάδες μας άνοιγαν με τη σαΐτα τους.

«Κάθε άνθρωπος αξίζει μια ευκαιρία να ξαναγράψει την ιστορία του», λέει η διευθύντρια Μαρία Μαθιουδάκη.

Και αυτή είναι, τελικά, η ουσία του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας.



Πηγή: Το Βήμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου