Όταν ένας έφηβος μιλάει με ειλικρίνεια για τον φόβο του, η φωνή του μπορεί να ακουστεί ακόμα και μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Και μερικές φορές ένα γράμμα αρκεί για να μετατρέψει την απελπισία σε πράξη και να αλλάξει ζωές.
Αυτό είναι το θέμα του ντοκιμαντέρ του The Guardian, Prison Letters: the teenager writing letters to jailed climate activists [Επιστολές από τη φυλακή: ο έφηβος που γράφει γράμματα σε φυλακισμένους ακτιβιστές για το κλίμα], αυτός είναι ο Μαξ.
Αντιμέτωπος με το κλιματικό άγχος της γενιάς του, ο 14χρονος αναζήτησε την ελπίδα στο πιο απρόσμενο μέρος. Στις επιστολές του προς τους φυλακισμένους διαδηλωτές κατά των περιβαλλοντικών εγκλημάτων, ο Μαξ θέλησε να βρει απαντήσεις στην απελπισία του για έναν πλανήτη που πεθαίνει, το σπίτι του, το σπίτι μας.
Η αναπάντεχη αλληλογραφία που μετέτρεψε την απελπισία σε σκοπό «λύγισε» τη βρετανική δικαιοσύνη, έφτασε μέχρι την έδρα του δικαστηρίου.
Αλήθεια, πώς μετατρέπεται ο τρόμος για το μέλλον του πλανήτη σε πράξη ουσίας; Για τη γενιά που μεγαλώνει στη σκιά της κλιματικής κατάρρευσης, ο όρος «κλιματικό άγχος» (eco-anxiety) δεν είναι μια ακαδημαϊκή επινόηση. Είναι καθημερινή υπαρξιακή ασφυξία.
Όταν ο 14χρονος Μαξ συνειδητοποίησε ότι οι άνθρωποι που διαμαρτύρονταν για το δικό του αύριο κατέληγαν πίσω από τα κάγκελα, αποφάσισε να κάνει το μοναδικό πράγμα που είχε στη διάθεσή του: να πιάσει το στυλό.
Στο ντοκιμαντέρ καταγράφεται μια σπάνια, συγκινητική διαγενεακή γέφυρα επικοινωνίας που στήθηκε μέσα από τα ταχυδρομικά κουτιά των αγγλικών φυλακών.
Στέλνοντας επιστολές σε κρατούμενους ακτιβιστές, ο Μαξ, πέρα από απαντήσεις για τα κίνητρα της πολιτικής ανυπακοής, ανατήσηε την ελπίδα. Στην πορεία αυτό που ξεκίνησε ως μια προσωπική βαλβίδα αποσυμπίεσης, εξελίχθηκε σε έναν βαθιά ανθρώπινο διάλογο που κατάφερε να διαπεράσει τους παγωμένους τοίχους της δικαιοσύνης και να ακουστεί εκεί που κανείς δεν το περιμένε -στην τελική ετυμηγορία της δικαστικής έδρας.
«Είμαι μπερδεμένος. Οι φυλακές είναι ασφυκτικά γεμάτες με ανθρώπους που οδηγούνται εκεί επειδή προσπαθούν να σώσουν τον πλανήτη» γράφει ο έφηβος Μαξ.
Ο 14χρονος έγραψε έξι επιστολές σε διαφορετικούς κρατουμένους ζητώντας να κατανοήσει τα κίνητρα που ωθούν έναν πολίτη να ρισκάρει την προσωπική του ελευθερία. Όπως σημειώνει η μητέρα του «η διαδικασία αυτή λειτούργησε θεραπευτικά». Στις λέξεις στο χαρτί ο Μαξ μπόρεσε να αρθρώσει τις ανησυχίες του με τρόπο συγκροτημένο και ουσιαστικό.
Οι φωνές πίσω από τα κάγκελα
Οι απαντήσεις που κατέφθασαν στο γραμματοκιβώτιο του Μαξ προσφέρουν μια σπάνια, βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά που δεν συναντάται σε αποστειρωμένους κλινικά τίτλους ειδήσεων που θέλουν κλικ.
Μια από τους παραλήπτες είναι η Άννα που καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών στις φυλακές Σεντ για εγκληματική φθορά —μετά την προβεβλημένη ενέργεια να πετάξει ντοματόσουπα στα «Ηλιοτρόπια» του Βαν Γκογκ.
«Η επιστολή του ήταν λυτρωτική» λέει. Η Άννα, απαντώντας στον Μαξ, ένιωσε σαν να απαντούσε στον 13χρονο εαυτό της, που βασανιζόταν από τις ίδιες ακριβώς ανησυχίες. Μέσα από το κελί της, του έστειλε ζωγραφιές με ηλιοτρόπια. «Μας προδίδουν αυτοί που έχουν την εξουσία… αλλά δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε» λέει σε κάθε ανήσυχο έφηβο εκεί έξω.
Διαφορετική, αλλά εξίσου αποκαλυπτική, είναι η περίπτωση του Σον, του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος που εντάχθηκε στην ακτιβιστική οργάνωση Just Stop Oil παρακινημένος από ένα ντοκιμαντέρ του Ντέιβιντ Ατένμπορο.
Ο Σον συνελήφθη όταν μαζί με άλλους ακτιβιστές άνοιξαν δίοδο στον φράχτη του αεροδρομίου Χίθροου.
Παρότι οι ίδιοι είχαν φροντίσει να ειδοποιήσουν προηγουμένως τις αρχές (καλώντας τον αριθμό έκτακτης ανάγκης 999) προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των πτήσεων, η εισαγγελική αρχή αντιμετώπισε την ενέργεια ως πολιτικά παρακινούμενη, ζητώντας ποινή τετραετούς κάθειρξης.
Το ντοκιμαντέρ δεν λειαίνει τις αιχμές ούτε αποκρύπτει τις σκοτεινές πτυχές της κρατικής καταστολής. Ιδιαίτερα δραματική είναι η αναφορά στον Ζάβι, έναν εικοσιδυάχρονο ακτιβιστή που έθεσε τέρμα στη ζωή του μετά από περίοδο κράτησης, με τους ειδικούς να επισημαίνουν τις καταστροφικές ψυχικές συνέπειες που επιφέρει η φυλάκιση σε νέους ανθρώπους.
Παράλληλα, οι εικόνες έξω από τα Βασιλικά Δικαστήρια (Royal Courts of Justice) καταγράφουν την έκδηλη ανησυχία απλών πολιτών απέναντι σε μια δυσανάλογα έντονη, σχεδόν αστυνομοκρατούμενη παρουσία, ακόμη και κατά τη διάρκεια ειρηνικών διαμαρτυριών.
Η απόφαση
Καθώς πλησίαζε η ημέρα της καταδίκης του Σον, ο Μαξ αποφάσισε να παρέμβει δραστικά. Απέστειλε μια προσωπική επιστολή απευθείας στη δικαστή που είχε αναλάβει την υπόθεση.
Στο κείμενό του εξέθεσε τον τρόμο που διακατέχει τη γενιά του για το αύριο, το βάρος της ενοχής που επιφέρει η αδράνεια, ενώ κάλεσε τη δικαστή να αναλογιστεί το μέλλον που θα κληρονομήσουν τα δικά της παιδιά και εγγόνια.
Η ημέρα της ετυμηγορίας επιφύλασσε μια σπάνια ανατροπή. Η δικαστής, απευθυνόμενη στο ακροατήριο, ανέφερε ρητά:
«Έχω διαβάσει την επιστολή του Μαξ, ενός εύγλωττου δεκατετράχρονου αγοριού που πιθανότατα εκφράζει την πλειονότητα των συνομηλίκων του, περιγράφοντας τον φόβο για το μέλλον λόγω της κλιματικής αλλαγής» είπε.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν προκλήθηκε σωματική βλάβη ή ουσιαστική καταστροφή, η δικαστής αποφάσισε την αναστολή των ποινών φυλάκισης, προκαλώντας κύμα συγκίνησης και ανακούφισης στους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν προετοιμαστεί για το χειρότερο ενδεχόμενο.
Το ντοκιμαντέρ, ενοχλητικό σε σημεία, υπενθυμίζει την επείγουσα αφύπνιση για την κλιματική κρίση, την αστυνομοκρατία που εξυπηρετεί τα συμφέροντα εταιρειών και καταδιώκει τους πολίτες που θέλουν να σώσουν ό,τι έχει απομείνει και βέβαια την βαθιά συγκινητική, αυθεντική αγωνία ενός 14χρονου αγοριού που κατάφερε να ακουστεί εκεί όπου η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται.
Η πρωτοβουλία του Μαξ θυμίζει πως η ελπίδα δεν είναι θεωρία, αλλά επιλογή.
Δείτε το εδώ:
Όταν η διαμαρτυρία γίνεται έγκλημα
Από το Λονδίνο μέχρι τη Μανίλα και από τις ΗΠΑ μέχρι τη Νοτιοανατολική Ασία, τα κράτη δεν καταστέλλουν απλώς τις διαμαρτυρίες για το κλίμα — ξαναγράφουν τους νόμους για να βαφτίσουν τους διαδηλωτές «τρομοκράτες». Μια νέα έρευνα του Global Witness αποκαλύπτει το παρασκήνιο μιας συντονισμένης, παγκόσμιας επιχείρησης καταστολής των ακτιβιστών για τα δικαιώματα και το περιβάλλον.
Την ώρα που η κλιματική κρίση επιταχύνεται και τα ακραία καιρικά φαινόμενα σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο φαίνεται πως επενδύουν την ενέργειά τους όχι στην προστασία του πλανήτη, αλλά στην εξουδετέρωση όσων σηκώνουν το ανάστημά τους.
Σύμφωνα με την εκτενή έρευνα της Global Witness, παρατηρείται πλέον ένα επικίνδυνο, παγκόσμιο φαινόμενο: η συστηματική θεσμική και νομική ποινικοποίηση της περιβαλλοντικής δράσης.
Από τις παραδοσιακές φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης έως τα αυταρχικά καθεστώτα της Ασίας, οι μηχανισμοί της εξουσίας ξαναγράφουν τους νόμους, αυστηροποιούν τις ποινές και επιστρατεύουν αντιτρομοκρατικές διατάξεις, μετατρέποντας την ειρηνική διαμαρτυρία σε ποινικό αδίκημα.
Τι σημαίνει, όμως, πρακτικά η «ποινικοποίηση»; Πρόκειται για τη στρατηγική κατά την οποία το κράτος θεσπίζει νέες διατάξεις ή ερμηνεύει καταχρηστικά τις υπάρχουσες, ώστε να καταστήσει παράνομες δράσεις που μέχρι χθες θεωρούνταν αυτονόητο συνταγματικό δικαίωμα.
Πίσω από αυτή τη νομική καταδίωξη δεν βρίσκεται μόνο η κρατική καταστολή, αλλά και η τεράστια οικονομική ισχύς των εταιρειών ορυκτών καυσίμων και των εξορυκτικών κολοσσών.
Στόχος τους δεν είναι απλώς η σύλληψη λίγων ακτιβιστών, αλλά η καλλιέργεια ενός κλίματος γενικευμένου φόβου.
«Μιλήστε ή διαμαρτυρηθείτε και θα αντιμετωπιστείτε ως εγκληματίες» — αυτό είναι το μήνυμα που εκπέμπεται, προκειμένου να ατονήσει η δημόσια πίεση προς τις κυβερνήσεις.
Αν κάποιος πιστεύει ότι τέτοιες πρακτικές ανήκουν αποκλειστικά σε αυταρχικά καθεστώτα, τα στοιχεία του Global Witness για τη Δύση είναι αποκαλυπτικά.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα κατασταλτικής κλιμάκωσης. Από το 2019 έχουν συλληφθεί περίπου 7.000 ακτιβιστές για το κλίμα, με το 60% να παραπέμπεται σε δίκη.
Την περίοδο 2022–2025, η αγγλική αστυνομία είχε τριπλάσιες πιθανότητες να απαγγείλει κατηγορίες σε ειρηνικούς διαδηλωτές για το περιβάλλον παρά σε βίαιους ακροδεξιούς ταραχοποιούς.
Παράλληλα, μέλη της οργάνωσης Just Stop Oil καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης που ξεπερνούν συνολικά τα 20 χρόνια, απλώς επειδή διοργάνωσαν μια διαδικτυακή κλήση Zoom για τον συντονισμό μιας ειρηνικής διαμαρτυρίας.
Το 20% των περιβαλλοντικών διαμαρτυριών στην Αυστραλία καταλήγει σε συλλήψεις — ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (6,7%) —, ενώ πολιτείες όπως η Νέα Νότια Ουαλία επιβάλλουν εξοντωτικά πρόστιμα και ποινές φυλάκισης έως δύο έτη για τον αποκλεισμό δρόμων.
Παράλληλα στις ΗΠΑ είκοσι δύο πολιτείες έχουν ψηφίσει νόμους για την «προστασία κρίσιμων υποδομών», καθιστώντας κακούργημα τη διαμαρτυρία κοντά σε αγωγούς πετρελαίου.
Το εντυπωσιακό είναι πως το κείμενο αυτών των νόμων συντάχθηκε από το δεξιό lobby ALEC, το οποίο χρηματοδοτείται απευθείας από την πετρελαϊκή βιομηχανία.
Το 2023, η καταστολή έφτασε στο σημείο της δολοφονίας: ο ακτιβιστής Manuel Esteban Paez Terán («Tortuguita») έπεσε νεκρός από αστυνομικά πυρά στην Ατλάντα, ενώ διαμαρτυρόταν για την καταστροφή ενός τοπικού δάσους.
Αντιτρομοκρατικοί νόμοι, SLAPPs και «οικο-τρομοκράτες»
Όταν τα κράτη δεν θεσπίζουν νέους κατασταλτικούς νόμους, φροντίζουν να εργαλειοποιούν τους υπάρχοντες.
Στη Γαλλία, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε νομοθεσία για ακραίες οργανώσεις προκειμένου να απαγορεύσει την περιβαλλοντική κίνηση Les Soulèvements de la Terre, αποκαλώντας τα μέλη της «οικο-τρομοκράτες».
Στην Ιταλία, οι αρχές επιστράτευσαν αντιμαφιόζικες διατάξεις εναντίον της ομάδας Ultima Generazione, ενώ στη Σουηδία διαδηλωτές προφυλακίζονται για εβδομάδες με την κατηγορία του «σαμποτάζ».
Στην Ασία, η κατάσταση λαμβάνει ακόμη πιο σκοτεινές διαστάσεις. Στο Βιετνάμ, ηγέτες περιβαλλοντικών οργανώσεων οδηγούνται στη φυλακή με ανυπόστατες κατηγορίες φοροδιαφυγής, μετά από δίκες-εξπρές που διαρκούν μόλις λίγες ώρες, χωρίς την παρουσία δημοσιογράφων ή συγγενών.
Στις Φιλιππίνες, εφαρμόζεται η τακτική του «Red-tagging» επιβεβαιώνει η έρευνα. Εκεί οι ακτιβιστές στοχοποιούνται δημόσια ως «τρομοκράτες» ή «κομμουνιστές αντάρτες», γεγονός που τους εκθέτει άμεσα σε κίνδυνο εξωδικαστικών εκτελέσεων, συλλήψεων και δεσμεύσεων περιουσίας.
Στην Ινδονησία και την Ινδία, νόμοι περί στάσης, δυσφήμισης (SLAPPs) και προστασίας της αγροτοβιομηχανίας επιστρατεύονται για να φυλακίσουν αυτόχθονες και τοπικούς κοινοτικούς ηγέτες που προστατεύουν τη γη τους.
Εκστρατείες σπίλωσης και ο επικοινωνιακός πόλεμος
Ταυτόχρονα συστημικά media και επιχειρηματικοί κολοσσοί που κερδοφορούν από τα περιβαλλοντικά εγκλήματα επιδίδονται σε επικοινωνιακό πόλεμο με στόχο τη δολοφονία χαρακτήρα των διαμαρτυρόμενων.
Μέσα από ενορχηστρωμένες εκστρατείες στα ΜΜΕ και τα κοινωνικά δίκτυα, οι υπερασπιστές της γης παρουσιάζονται συστηματικά ως «εχθροί της προόδου», «αντι-αναπτυξιακά στοιχεία», «επικίνδυνοι εξτρεμιστές» ή «έμμισθα όργανα ξένων συμφερόντων».
Η ρητορική αποανθρωποποίησης δεν στοχεύει μόνο στην απομόνωση των ακτιβιστών από τις τοπικές κοινωνίες, αλλά καλλιεργεί ένα κλίμα κοινωνικού αυτοματισμού.
Όταν η κοινή γνώμη πειστεί ότι οι διαδηλωτές αποτελούν απειλή για την καθημερινότητα ή την οικονομία, η κρατική καταστολή εναντίον τους γίνεται κοινωνικά αποδεκτή.
Γραφειοκρατικός ασφυκτικός κλοιός και οικονομικός αφοπλισμός
Στο διοικητικό πεδίο, η καταστολή λαμβάνει έναν φαινομενικά ουδέτερο, γραφειοκρατικό μανδύα, ο οποίος όμως παραλύει τη δράση των συλλογικοτήτων στη ρίζα της.
Παρατηρείται αυστηροποίηση των προϋποθέσεων αδειοδότησης για ΜΚΟ και κοινοτικές οργανώσεις, αυθαίρετο πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών, εξαντλητικοί φορολογικοί έλεγχοι και ακυρώσεις της νομικής τους υπόστασης.
Παράλληλα, σε ορισμένες περιοχές εφαρμόζονται τακτικές «κόκκινης ετικέτας» ή στοχοποίησης για δήθεν φοροδιαφυγή, οδηγώντας σε δίκες-εξπρές χωρίς την παρουσία δημοσιογράφων ή δικηγόρων.
Αφαιρώντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης και νόμιμης εκπροσώπησης, το σύστημα αφοπλίζει τις οργανώσεις πριν καν φτάσουν στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Κρατική ανοχή, ιδιωτική βία και ατιμωρησία
Όταν η θεσμική και γραφειοκρατική πίεση αποτυγχάνει να κάμψει τις αντιστάσεις, η κρατική μηχανή καταφεύγει στην τακτική της συνειδητής αδράνειας.
Η συστηματική ανοχή απέναντι σε απειλές, παρακολουθήσεις, ξυλοδαρμούς ή ακόμη και δολοφονίες από ιδιωτικές εταιρείες security, παραστρατιωτικές ομάδες ή τάγματα εφόδου δημιουργεί ένα καθεστώς ιδιότυπης ατιμωρησίας.
Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος εκχωρεί την «βρώμικη δουλειά» της καταστολής στον ιδιωτικό τομέα, διατηρώντας τα χέρια του καθαρά, ενώ η υπεράσπιση του περιβάλλοντος μετατρέπεται σε μια δραστηριότητα επικίνδυνη για την ίδια τη ζωή.
Ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τη δημοκρατία
Όπως επισημαίνει η έρευνα του Global Witness, η ποινικοποίηση της περιβαλλοντικής δράσης δεν αποτελεί μόνο πλήγμα για τον πλανήτη, αλλά και μια ευθεία απειλή για τις ελευθερίες της κοινωνίας των πολιτών.
Όταν οι δημοκρατικές χώρες της Δύσης στοιχίζονται πίσω από αυταρχικές πρακτικές και στέλνουν πολίτες στη φυλακή για ειρηνικές διαμαρτυρίες, νομιμοποιούν την καταστολή σε παγκόσμιο επίπεδο.
Για να σπάσει αυτός ο επικίνδυνος κύκλος, απαιτείται η άμεση απόσυρση των κατασταλτικών νόμων, η αναθεώρηση των εξοντωτικών ποινών και η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος υπεράσπισης του περιβάλλοντος. Γιατί όταν η υπεράσπιση της ζωής και του πλανήτη αντιμετωπίζεται ως έγκλημα, τότε το ίδιο το νομικό σύστημα μετατρέπεται σε εμπρηστή.
Πηγή: in.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου