Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Μειωμένος αλλά έντονα υπαρκτός ο κίνδυνος έκθεσης των εφήβων στην εξάρτηση

Η μέριμνα να αποφεύγουμε τους βλαπτικούς παράγοντες που θα επηρεάσουν με την εξέλιξη της ηλικίας μας αρνητικά τον οργανισμό μας, θεωρείται από τους επιστήμονες μια διαδικασία η οποία δεν θα πρέπει να ξεκινά από την ενηλικίωσή μας και μετά, αλλά αρκετά νωρίτερα και μάλιστα από την παιδική και ιδιαίτερα την εφηβική ηλικία. Ειδικότερα στην εφηβεία, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, όχι μόνο για να «χτίσουμε» ένα γερό σώμα αλλά και για να θωρακίσουμε όσο το δυνατόν μπορούμε την ψυχική μας υγεία. Και σ αυτό το επίπεδο η πρόληψη δεν είναι μόνο θέμα ατομικό και οικογενειακό, αλλά ευρύτερα κοινωνικό.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μελέτη δημοσιεύθηκε πρόσφατα από την Ιατρική Εταιρεία Αθηνών και περιγράφει την επικινδυνότητα της έκθεσης των εφήβων σε κακές συνήθειες όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ και τις εξαρτησιογόνες ουσίες. Τα κύρια συμπεράσματα της έρευνας αυτή καταλήγουν στο γεγονός ότι, παρά τις μειώσεις στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από τους 16χρονους στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, οι παρεμβάσεις οφείλουν να συνεχιστούν. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην πρόληψη της υπερβολικής κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών και των νέων προτύπων χρήσης, που περιλαμβάνουν το ηλεκτρονικό τσιγάρο και τις «νέες ψυχοδραστικές ουσίες».
Η συγκεκριμένη μελέτη περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση (2015) και τις διαχρονικές τάσεις 30 ετών (1984– 2015) σχετικά με το κάπνισμα, την κατανάλωση οινοπνευματωδών και τη χρήση παράνομων ουσιών ("ναρκωτικών") από 16χρονους μαθητές στην Ελλάδα και εκπονήθηκε από τους Α. Κοκκέβη, A. Φωτίου, E. Καναβού και M. Σταύρου (Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ) και C. Richardson (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών)
Τα στοιχεία προήλθαν από την «Πανελλήνια Έρευνα για τη Χρήση Εξαρτησιογόνων Ουσιών και άλλες Εξαρτητικές Συμπεριφορές», μια συγχρονική έρευνα που διεξάγεται από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής ανά τετραετία σε αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητών Λυκείου. 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Με βάση λοιπόν τα αποτελέσματα, το 2015, ποσοστό 39,2% των 16χρονων μαθητών στη χώρα είχαν καπνίσει τσιγάρο τουλάχιστον μία φορά σε όλη τους τη ζωή. Ποσοστό 11,1% και 2,9% κάπνιζαν καθημερινά και ήταν «βαρείς» καπνιστές, αντίστοιχα, σε υψηλότερο ποσοστό τα αγόρια απ' ό,τι τα κορίτσια. Το 19,1% ανέφερε πειραματισμό με το ηλεκτρονικό τσιγάρο, κυρίως τα αγόρια και οι 16χρονοι που κάπνιζαν τα κλασικά τσιγάρα. 
Τις 30 ημέρες πριν από τη διεξαγωγή της έρευνας, είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά έστω και μία φορά ποσοστό 66,2% και δέκα ή περισσότερες φορές το 7,6%, σε σχεδόν διπλάσιο ποσοστό τα αγόρια συγκριτικά με τα κορίτσια. Τουλάχιστον ένα περιστατικό πολύ πρόσφατης υπερβολικής κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών (τουλάχιστον 5 ποτά στη σειρά σε μία περίσταση) ανέφερε το 38,2% του δείγματος, σε υψηλότερο ποσοστό τα αγόρια απ' ό,τι τα κορίτσια. Το 27,6% ανέφερε τουλάχιστον ένα περιστατικό μέθης το τελευταίο έτος. 
Περίπου 10,6% είχαν δοκιμάσει στη ζωή τους κάποια παράνομη ουσία, οι μισοί από τους οποίους (5,8%) τουλάχιστον 3 φορές. Υψηλότερο είναι το ποσοστό αγοριών απ' ό,τι κοριτσιών πουανέφεραν χρήση «οποιασδήποτε παράνομης ουσίας». 
Η κάνναβη ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ουσία (9,1%), με σχεδόν τους μισούς από όσους είχαν χρησιμοποιήσει κάνναβη (4,1%) να καταγράφουν χρήση της ουσίας κατά τον τελευταίο μήνα. Ποσοστό 2,5% ανέφερε χρήση «νέων ψυχοδραστικών ουσιών», κυρίως συνθετικών κανναβινοειδών. Η επικράτηση της χρήσης άλλων παράνομων ουσιών –εκτός κάνναβης και «νέων ψυχοδραστικών ουσιών»– δεν υπερέβαινε το 2% (χρήση έστω και μία φορά σε ολόκληρη τη ζωή). 
Πάντως, διαχρονικές τάσεις καταδεικνύουν μείωση στο κάπνισμα (σε όλους τους σχετικούς δείκτες) και στην πρόσφατη κατανάλωση (τον τελευταίο μήνα) οινοπνευματωδών ποτών το 2015 σε σύγκριση με το 2011 και το 2007. Μειώσεις παρατηρήθηκαν και στην υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών αλλά μόνο το 2015 σε σχέση με το 2011, και μόνο στα αγόρια. 
Την τελευταία 8ετία, δεν καταγράφηκαν σημαντικές μεταβολές στη χρήση «οποιασδήποτε παράνομης ουσίας» ή κάνναβης. Διαχρονικές τάσεις 30 ετών (1984–2015) καταδεικνύουν γραμμικές μειώσεις στο κάπνισμα σε ολόκληρη τη ζωή και στο πρόσφατο κάπνισμα, παρόμοιες και στα δύο φύλα, και μειώσεις στο «βαρύ» κάπνισμα μετά το 1999 στα κορίτσια και το 2003 στα αγόρια, καθώς και στο καθημερινό κάπνισμα μετά το 1999 στα αγόρια. Μειώσεις καταγράφηκαν επίσης στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, με τη μείωση στη συχνή και τη βαριά κατανάλωση να παρατηρείται από το 2011 και μετά. Από το 2003 και ύστερα, τα ποσοστά στη χρήση παράνομων ουσιών σταθεροποιήθηκαν, ακολουθώντας αυξήσεις έως και το 1999.

Πηγή: Σκάι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου