Γεννήθηκε το 1971 στο Γκαπ της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Οι αναφορές των παιδικών της χρόνων, η επιδεξιότητα των χεριών της, η αγάπη για την ανάγνωση και το σχέδιο, το πάθος για τη φωτογραφία, την ώθησαν να δημιουργήσει μια από τις πιο ξεχωριστές και αναγνωρίσιμες εικαστικές γλώσσες των τελευταίων δύο δεκαετιών, πραγματικό σημείο αναφοράς στο παιδικό και το ευρύτερα εικονογραφημένο βιβλίο.
Τα βιβλία που φέρουν την υπογραφή της έχουν κατακτήσει εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, σε δεκάδες γλώσσες. Η ίδια έχει μεταφέρει την καλλιτεχνική της επιδεξιότητα σε ταινίες κινουμένων σχεδίων, θέατρο και φωτογραφία, με αποδέκτες παιδιά και ενήλικες, άλλοτε με τα λεπτοδουλεμένα δικά της σύμπαντα, άλλοτε επανεφευρίσκοντας κλασικά έργα. Γι’ αυτό κάθε εικόνα που έρχεται από τα χέρια της αποτελεί καλλιτεχνικό γεγονός, μια αιώρηση ανάμεσα στο φως και τη σκιά, το όνειρο και την πραγματικότητα.
Το 2018 δημιούργησε τον Ζακομινούς Γκενσμπορό, έναν ήρωα που αγαπήθηκε πολύ, τιμήθηκε με πολλά βραβεία (ανάμεσά τους τα Pépite du Livre illustré, Grand Prix de l’Illustration και το γαλλογερμανικό Jugendlitaraturpreis) και ήρθε στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο (Οι πλούσιες ώρες του Ζακομινούς Γκενσμπορό, Κάτι καταπληκτικό). Από το 2020, ο Ζακομινούς ανέβηκε μαζί με την ίδια τη δημιουργό του στη σκηνή, στην έκθεσή της, La conferences ébouriffée.
Αυτή την περίοδο δουλεύει πάνω σε ένα graphic novel για ενήλικες, 450 σελίδων, κι όπως πάντα, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τα όρια του εικονογραφημένου βιβλίου, αντιμετωπίζοντάς το ως έναν χώρο ελευθερίας, πειραματισμού και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Μια κορυφαία δημιουργός σε μια τεράστια σε έκταση, σε περιεχόμενο και σε σημασία συνέντευξη, πραγματική σπουδή πάνω στην εικονογράφηση.
#diavazoume την εικονογράφο, ζωγράφο και συγγραφέα Rebecca Dautremer σε #Συνέντευξη στους Xavier Hallauer, Ανέζα Κολόμβου, Κατερίνα Χατζηανδρέου και Απόστολο Πάππο για το #ELNIPLEX. https://rebeccadautremer.comΞεκινώντας...
Πώς ήταν για τη μικρή Ρεμπέκα το αλπικό Gap τη δεκαετία του 1970; Είχε βιβλία; Είχε έναν μπαμπά που περνούσε χρόνο μαζί σας και μια μαμά που σας έστελνε σε μαθήματα σχεδίου; Πόσο μεγάλη προίκα ήταν όλο αυτό για την μετέπειτα Ρεμπέκα;
Γεννήθηκα το 1971. Είχα μια πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία στην ύπαιθρο, στη νοτιοανατολική Γαλλία. Ζούσαμε αρκετά λιτά. Όταν ήμουν παιδί, οι γονείς μου ήταν μόλις είκοσι ετών και είχαν πολύ λίγα χρήματα. Η μητέρα μου ανέλαβε σχετικά γρήγορα τη φροντίδα μιας βιβλιοθήκης. Έτσι, συχνά πρότεινε σ’ εμένα και στα αδέρφια μου αναγνώσματα, μας διάβαζε βιβλία και αργότερα μας πρότεινε κατάλληλα για την ηλικία μας μυθιστορήματα. Και για να τα βάλουμε στο ιστορικό τους πλαίσιο, τη δεκαετία του ’70 δεν είχαμε τηλεόραση, ούτε βιντεοπαιχνίδια, ούτε τηλέφωνα. Έτσι, νομίζω ότι ήταν μια παιδική ηλικία πολύ διαφορετική από αυτήν που έχουν σήμερα τα παιδιά. Και ασφαλώς, ένα είναι σίγουρο: ήμουν ήδη περιτριγυρισμένη από την αγάπη για την ανάγνωση.Φωτογραφία, ο πρώτος έρωτας
Αγάπη για ανάγνωση, λοιπόν, υπήρχε. Ποια ήταν όμως η καθοριστική στιγμή για εσάς; Θα μπορούσαμε να πάμε ίσως στη σχέση σας με τη φωτογραφία και την εικονογράφηση; Πώς περάσατε από το ένα στο άλλο; Ποιο ήταν το σημείο καμπής;
Από την παιδική μου ηλικία είχα πάντοτε μια πολύ έντονη φυσική κλίση, θα έλεγα, προς το σχέδιο, το χρώμα, τη ζωγραφική και γενικότερα προς οτιδήποτε μπορούσα να δημιουργήσω με τα χέρια μου. Με ενδιέφεραν οι χειροτεχνίες, οι κατασκευές, κάθε μορφή τεχνικής ή χειροποίητης δημιουργίας. Ο πατέρας μου άλλωστε ήταν τεχνίτης. Δούλευε το ξύλο, ήταν ξυλουργός. Μεγάλωσα, λοιπόν, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου συνυπήρχαν τα βιβλία και μια πολύ ισχυρή παράδοση χειροτεχνίας και τεχνικής εργασίας. Έτσι, ενθαρρύνθηκα στην αγάπη μου για το σχέδιο, σπουδάζοντας αρχικά σε ένα προπαρασκευαστικό εργαστήριο στο Παρίσι, όπου έμαθα σχέδιο σε όλες του τις μορφές και εφαρμογές. Στη συνέχεια μπήκα στην Ανωτάτη Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού και ακολούθησα σπουδές που αφορούσαν κυρίως τη γραφιστική, την τυπογραφία, τη σελιδοποίηση και τη διαφήμιση. Δεν επρόκειτο ακριβώς για σπουδές εικονογράφησης. Εκείνη την εποχή, δηλαδή στη δεκαετία του ’90, εξακολουθούσαμε να δουλεύουμε με αναλογική φωτογραφία.
Είχα ενδιαφέρον για όλα αυτά τα πράγματα. Ήμουν αρκετά ανοιχτή απέναντι σε κάθε μορφή οπτικής δημιουργίας, χωρίς προκαταλήψεις. Δεν είχα σκεφτεί ιδιαίτερα να ασχοληθώ με το εικονογραφημένο βιβλίο. Όμως οι συναντήσεις που είχα με εκδότες και καθηγητές, οι οποίοι με σύστησαν σε εκδοτικούς οίκους, με οδήγησαν σταδιακά στο να αρχίσω να εργάζομαι ως εικονογράφος. Ταυτόχρονα διατηρούσα το ενδιαφέρον που είχα αναπτύξει στη σχολή για τη φωτογραφία, φανταζόμουν ότι θα γινόμουν φωτογράφος. Τελικά όμως, καθώς βρήκα δουλειά στην εικονογράφηση, παρότι εξακολουθούσα να αγαπώ τη φωτογραφία, κατέληξα κάποια στιγμή να φέρω κοντά αυτές τις δύο τέχνες. Και πράγματι άρχισα να σκέφτομαι τις εικόνες μου σαν να ήμουν φωτογράφος, αλλά χρησιμοποιώντας πινέλο. Δούλευα δηλαδή πάνω στο κάδρο της λήψης, στο βάθος πεδίου, ακόμη και στα φωτογραφικά θολώματα. Μόνο που αντί να τα παράγω με φωτογραφική μηχανή, τα ζωγράφιζα. Έτσι, ασχολήθηκα με την εικονογράφηση σκεπτόμενη και φανταζόμενη κάπως ότι ήμουν φωτογράφος. Και έπειτα, το έργο διαφόρων φωτογράφων με τροφοδότησε και με ενέπνευσε πολύ.
Υπάρχουν, λοιπόν, φωτογράφοι που σας σημάδεψαν ή σας επηρέασαν ιδιαίτερα;
Είχα πάντοτε πάρα πολλά φωτογραφικά βιβλία στο σπίτι. Θυμάμαι ότι είχα βιβλία του Raymond Depardon, που είναι ένας πολύ γνωστός φωτογράφος. Φωτογράφιζε ασήμαντα πράγματα στην άκρη του δρόμου, έναν ηλεκτρικό στύλο στη μέση ενός πετρώδους χωραφιού. Και αυτό μου άρεσε πολύ: ο τρόπος σύνθεσης, τα μαύρα, τα λευκά, η ατμόσφαιρα. Με ενέπνεε πάρα πολύ.
Υπήρχε και μια άλλη φωτογράφος που αγαπούσα ιδιαίτερα, η Graciela Iturbide. Φωτογράφιζε πολύ συχνά ανθρώπινες μορφές. Τουλάχιστον στο βιβλίο που είχα εγώ, υπήρχαν συχνά και ζώα που εμφανίζονταν στις φωτογραφίες με έναν σχεδόν τυχαίο τρόπο. Είχα, επίσης, βιβλία φωτογραφίας από το Magnum Photos και συμβουλευόμουν συχνά συλλογές φωτογραφιών από μεγάλα πρακτορεία. Δεν μπορώ λοιπόν να σας αναφέρω συγκεκριμένους φωτογράφους. Περισσότερο με ενδιέφεραν ολόκληρες σχολές και προσεγγίσεις της φωτογραφίας. Για κάποιο πρότζεκτ, άλλοτε μπορούσα να ενδιαφερθώ για τη φωτογραφία μόδας, άλλοτε για παλιές φωτογραφίες, για φωτορεπορτάζ ή για φωτογράφους πολέμου.
Θυμάμαι ότι κοιτούσα το έργο του William Klein. Αυτές οι φωτογραφίες με τα θολώματα, τις κινήσεις, την αίσθηση της στιγμής, με τροφοδότησαν πολύ. «Κατανάλωσα» τεράστιες ποσότητες φωτογραφίας, χωρίς να ξεχωρίζω απαραίτητα τι ήταν σπουδαίο και τι όχι. Γιατί αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν μόνο η επιτυχημένη φωτογραφία. Ακόμη και οι αποτυχημένες φωτογραφίες μου αρέσουν. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ίδια η ύλη της εικόνας.
Είκοσι τρία χρόνια πριν: Ο Ερωτευμένος
Ας περάσουμε λίγο στο ξεκίνημά σας, με το βιβλίο Ο ερωτευμένος (L’Amoureux). Νομίζω ότι εκδόθηκε το 2003 και κέρδισε το σημαντικό βραβείο Prix Sorcières από την Association des Librairies Spécialisées Jeunesse και την Association des Bibliothécaires de France. Κυκλοφόρησε, επίσης, στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο (2008). Τι θυμάστε από εκείνη την πρώτη περίοδο και από το πρώτο σας βιβλίο;
Πράγματι, Ο ερωτευμένος είναι ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2003, όπως πολύ σωστά επισημάνατε. Είναι το πρώτο βιβλίο που μου έφερε μια κάποια αναγνώριση από τους αναγνώστες και από τους εκδοτικούς οίκους. Είναι, επίσης, το πρώτο βιβλίο μέσα στο οποίο άρχισα να αναπτύσσω έναν τρόπο δουλειάς και δημιουργίας εικόνων, τον οποίο συνέχισα να εξελίσσω αργότερα.
Και επιπλέον πρόκειται για ένα βιβλίο με μια πολύ απλή ιστορία…
Στην πραγματικότητα, βασίζεται σε μια παιδική ανάμνηση που ανέπτυξα μέσα σε αυτό το μικρό βιβλίο. Και αργότερα υπήρξαν κάποιες απρόσμενες εξελίξεις. Δεν ξέρω αν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να τα αφηγηθώ όλα αυτά, αλλά πρόκειται ουσιαστικά για μια ιστορία παρεξηγημένου έρωτα ανάμεσα σε δύο παιδιά. Κάτι που έχω ζήσει εγώ η ίδια, όπως και πολλά άλλα παιδιά.
Υπήρχε ένα αγόρι που ήταν πολύ σκληρό μαζί μου όταν πηγαίναμε στο δημοτικό σχολείο. Και όμως, τριάντα χρόνια αργότερα, κατέληξε να μου εξομολογηθεί ότι ήταν ερωτευμένος μαζί μου. Μιλάω φυσικά για εκείνη την παιδική αγάπη. Τότε του έστειλα το βιβλίο και του είπα: «Βλέπεις; Μου έκανες τη ζωή δύσκολη τότε, αλλά τελικά από αυτό γεννήθηκε ένα βιβλίο». Ήταν αστείο. Ξαναβρήκαμε επαφή χάρη σε αυτό το βιβλίο. Γι’ αυτό το L’Amoureux είναι πολύ σημαντικό για μένα.
Τι λέμε στα παιδιά;
Η αγάπη είναι ένα δύσκολο θέμα να προσεγγιστεί με τα παιδιά;
Είναι ένα δύσκολο θέμα. Γενικότερα, δεν είναι ένα θέμα στο οποίο θα ήθελα ιδιαίτερα να ξαναβουτήξω σήμερα, είτε με τα παιδιά είτε με τους ενήλικες. Δεν ξέρω αν έχω και πολλά πράγματα να πω πάνω σε αυτό.
Πιστεύετε ότι μπορούμε να τα λέμε όλα στα παιδιά; Η ερώτηση απευθύνεται τόσο στην εικονογράφο όσο και στον ενήλικα άνθρωπο που είστε. Δεν ξέρω αν έχετε παιδιά άλλωστε.
Ναι, βέβαια. Σύντομα θα γίνω και γιαγιά.
Α, συγχαρητήρια! Θεωρείτε ότι χρειάζεται κάποια μορφή λογοκρισίας; Όπως βλέπουμε ίσως συχνότερα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού;
Αν έπρεπε να απαντήσω γρήγορα, θα έλεγα όχι. Νομίζω ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να κάνουμε ό,τι γίνεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού — γενικότερα μάλιστα. Αλλά ας κλείσω αυτή την παρένθεση. Πιστεύω ότι πρέπει να αφήνουμε στα παιδιά την ελευθερία να ερμηνεύουν τα πράγματα και επομένως να τους δίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο «υλικό».
Συχνά προσπαθούμε να τα καθοδηγήσουμε υπερβολικά, να τους διδάξουμε πράγματα. Εγώ έχω περισσότερο την αίσθηση ότι πρέπει να δίνω υλικό και να εμπιστεύομαι τα παιδιά να το κάνουν ό,τι θέλουν. Κάποια παιδιά θα το αξιοποιήσουν πολύ, κάποια άλλα λιγότερο. Άλλα καθόλου. Όμως, αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο δική τους ευθύνη.
Άρα, όχι τα πάντα…
Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για τα πάντα. Όμως, ακόμα κι όταν αποσιωπούμε ορισμένες πλευρές της ζωής, παραποιούμε την αλήθεια της. Από την άλλη, θεωρώ ότι είναι εξίσου δύσκολο να μιλάς στα παιδιά, όσο και στους ενήλικες. Όσο μεγαλώνω, δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξη σχετικά με την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους. Γι’ αυτό είμαι πολύ επιφυλακτική απέναντι στα λόγια. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα γίνουν δεκτά και ποτέ δεν λέμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να πούμε. Οπότε, με αυτά τα δεδομένα, το να καταλαβαίνουμε πραγματικά ο ένας τον άλλον είναι αρκετά περίπλοκο.
Ο Ζακομινούς Γκενσμπορό
Ας περάσουμε στον Ζακομινούς Γκενσμπορό, έναν από τους πιο σημαντικούς ήρωες των τελευταίων ετών. Είναι ο Ζακομινούς η ίδια η ζωή; Θα μπορούσατε να μας βοηθήσετε να αποκωδικοποιήσουμε λίγο αυτόν τον χαρακτήρα;
Την εποχή που άρχισα να δουλεύω πάνω στα βιβλία του Ζακομινούς, είχα αλλάξει εκδοτικό οίκο στη Γαλλία. Εργαζόμουν επί είκοσι χρόνια με έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο, που ανήκε στον όμιλο Hachette. Έπειτα πήγα σε έναν πιο ανεξάρτητο εκδοτικό οίκο, όπου ανέπτυξα μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα σχέση. Ο εκδότης με ενθάρρυνε να γράφω περισσότερο και να εκφράζομαι πιο άμεσα. Αυτό ακούγεται ίσως παράξενο, γιατί πρόκειται για αρκετά απλά και σύντομα βιβλία, όμως μέσα από αυτά τα βιβλία τόλμησα να εκφραστώ με μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Για μένα έχουν πολύ μεγαλύτερο βάρος από άλλα βιβλία που είχα κάνει παλαιότερα ως συγγραφέας. Η αρχική μου ιδέα για τον Ζακομινούς, στο πρώτο βιβλίο, Les Riches Heures de Jacominus Gainsborough (Οι πλούσιες ώρες του Ζακομινούς Γκενσμπορό), ήταν απλώς να μιλήσω για τη ζωή, αλλά με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Ήθελα να δώσω υλικό για σκέψη χωρίς σε καμία περίπτωση να δίνω μαθήματα ή ηθικά διδάγματα, μέσα από δώδεκα εικόνες, δώδεκα σκηνές.
Τι είναι η ζωή; Τι σημαίνει να ζεις;
Φυσικά, σημαίνει να γεννιέσαι. Σημαίνει να πεθαίνεις. Και ανάμεσα σε αυτά τα δύο, τι συμβαίνει; Υπάρχουν συναντήσεις. Υπάρχουν αναμονές. Υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχει μάθηση. Προσπάθησα να συγκεντρώσω μεγάλα θεματικά σύνολα γύρω από τη ζωή και να προσφέρω υλικό.
Όταν μιλάμε για τον θάνατο στα παιδικά βιβλία, συχνά γράφουμε «βιβλία για τον θάνατο». Ο θάνατος γίνεται το θέμα του βιβλίου. Εγώ ακριβώς αυτό δεν ήθελα. Ήθελα να αναφερθώ στον θάνατο επειδή αποτελεί μέρος της ζωής, αλλά να μην είναι το κύριο θέμα. Αυτή ήταν η ιδέα με την οποία ξεκίνησα το βιβλίο. Αργότερα ανέπτυξα περισσότερο τον χαρακτήρα, αλλά αυτό δεν ήταν η αρχική μου πρόθεση. Συνέχισα να τον εξελίσσω σε άλλα βιβλία και επέτρεψα στον εαυτό μου να συνεχίσει αυτή τη σειρά. Όμως κάθε φορά άλλαζα μορφή και προσέγγιση. Στην Ελλάδα δεν θυμάμαι, πόσοι τίτλου υπάρχουν;
Δύο έχουμε μέχρι στιγμής (της τα δείχνουμε)
Πράγματι, είναι τα δύο πρώτα. Στη Γαλλία έχουμε πέντε διαφορετικούς τίτλους. Υπάρχουν ακόμη τρία, αλλά είναι βιβλία με πιο σύνθετες κατασκευές, πιο ακριβά στην παραγωγή και συνεπώς και στην πώληση. Ο Ζακομινούς αναπτύχθηκε ως σειρά εκ των υστέρων. Στην αρχή ήθελα απλώς να κάνω το πρώτο βιβλίο.
Γιατί επιλέξατε κεφάλια ζώων πάνω σε ανθρώπινα σώματα;
Ήθελα στο πρώτο βιβλίο να προσεγγίσω θέματα της ζωής, να μιλήσω πραγματικά για τη ζωή όπως είναι, για μια απολύτως ανθρώπινη ζωή. Μου ήταν όμως πιο εύκολο να τοποθετήσω επάνω στους ανθρώπινους χαρακτήρες αυτά που, για μένα, είναι ουσιαστικά μάσκες. Αυτά τα κεφάλια ζώων είναι μάσκες πάνω σε ανθρώπινες μορφές. Μου επέτρεπαν να δημιουργήσω ένα είδος παράλληλου κόσμου κι αυτό με βοηθούσε να παρουσιάσω σκηνές κηδείας ή ακόμη και να δείξω τον ήρωά μου στο νεκροκρέβατό του. Ήταν πολύ πιο εύκολο να το οπτικοποιήσω ως ζώο παρά ως άνθρωπο.
Και έπειτα, ήταν επίσης ένας τρόπος να παγιδεύσω τους αναγνώστες — και κυρίως τους γονείς που αγοράζουν τα βιβλία. Το έχω πει πολλές φορές αυτό. Ήθελα να προσφέρω κάτι που εξωτερικά να φαίνεται πολύ χαριτωμένο, πολύ γλυκό, πολύ «cute», ώστε να μην αντιληφθούν αμέσως ότι στο εσωτερικό του βιβλίου μπορούν επίσης να θιγούν πιο σύνθετα και βαθιά ζητήματα. Γιατί γνωρίζω καλά τους γονείς. Φοβούνται τα πάντα. Σε αντίθεση με τα παιδιά, που νομίζω ότι ανησυχούν πολύ λιγότερο για όλα αυτά. Έπρεπε λοιπόν να τους παγιδεύσω λίγο. Και, για να πω την αλήθεια, η παγίδα μου πέτυχε πάρα πολύ.
Γιατί επιλέξατε να συνοδεύσετε τον Ζακομινούς στο πρωτότυπο με ένα μουσικό CD;
Κάθε βιβλίο γεννιέται από πολλούς διαφορετικούς λόγους. Υπάρχουν λόγοι καλλιτεχνικοί. Υπάρχουν λόγοι που σχετίζονται με τον χρόνο και την οργάνωση της δουλειάς. Λόγοι επαγγελματικής πορείας. Προσωπικοί λόγοι, ακόμη και σωματικοί λόγοι. Υπάρχουν κάθε φορά πολλαπλά κίνητρα. Όταν άρχισα να αυξάνω τις εκδόσεις γύρω από τον Jacominus, έθεσα στον εαυτό μου έναν κανόνα: να μη κάνω ποτέ δύο φορές το ίδιο πράγμα. Αυτό αξίζει όσο αξίζει ως κριτήριο, αλλά είπα στον εαυτό μου: «Εντάξει, μπορείς να δημιουργήσεις μια σειρά βιβλίων, αλλά πρέπει κάθε φορά να εκπλήσσεις. Δεν πρέπει ποτέ να επαναλαμβάνεσαι».
Δεν πρόκειται ακριβώς για μια καλλιτεχνική αρχή. Είναι περισσότερο ένα παιχνίδι που έθεσα στον εαυτό μου. Έτσι έφτιαξα βιβλία με κομμένο χαρτί. Βλέπω ότι έχετε πάνω στο τραπέζι σας το Le Petit Théâtre de Rébecca (To Μικρό Θέατρο της Rebecca). Κάθε φορά άλλαζα μορφή. Και το μουσικό βιβλίο ήταν κάτι που δεν είχα ξανακάνει. Άρα μπορούσε να ενταχθεί σε αυτή τη λογική της έκπληξης. Σε προσωπικό επίπεδο, ανέκαθεν λάτρευα τις ηχητικές αφηγήσεις. Ακούω τέτοια πράγματα όλη μέρα. Δεν σας κρύβω ότι έχω «ξεκοκαλίσει» όλες τις ηχητικές μυθοπλασίες του France Culture. Αυτή τη στιγμή ακούω τη Βασίλισσα Μαργκό. Είναι καταπληκτική. Πάντα αγαπούσα αυτές τις ιστορίες που αφηγούνται μόνο με ήχο, χωρίς εικόνες. Και μου άρεσε πολύ η ιδέα να συνεργαστώ με μουσικούς. Να δημιουργήσουμε μια ηχητική σύνθεση που θα συνοδεύει αυτό που πάντοτε θα λείπει από ένα εικονογραφημένο βιβλίο. Ήταν μια καινούργια περιπέτεια και ήταν πραγματικά υπέροχη. Παρεμπιπτόντως, στη Γαλλία κάναμε και θεατρική διασκευή αυτού του βιβλίου. Εμφανίζομαι ως η αφηγήτρια της ιστορίας στη σκηνή, μαζί με μουσικούς. Παίζουμε το έργο ζωντανά. Η ηχητική εκδοχή μεταφέρθηκε στη σκηνή. Και δεν υπάρχει ούτε μία εικόνα. Περάσαμε δηλαδή εντελώς στην αντίθετη πλευρά.
Δουλεύοντας με τα χέρια
Εξακολουθείτε να σχεδιάζετε στο χέρι. Γιατί; Τι προσφέρει αυτή η χρήση του χεριού που η ψηφιακή τεχνολογία δεν μπορεί να προσφέρει;
Αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα. Θα μπορούσα να μιλάω γι’ αυτό επί ώρες ή και μέρες ολόκληρες. Γεννήθηκα το 1971, όπως σας είπα. Όταν άρχισα να εργάζομαι, δεν υπήρχαν υπολογιστές. Άρα το ερώτημα δεν υπήρχε καν. Απέκτησα λοιπόν μια ορισμένη εμπειρία και μια τεχνική δεξιοτεχνία χειροτεχνικού τύπου, όπως κάθε τεχνίτης. Και αυτό μου άρεσε.
Υπάρχει μια πραγματική αισθησιακή σχέση με το χαρτί, τα πινέλα και τα υλικά. Στη συνέχεια ήρθαν οι υπολογιστές. Όμως τότε ήταν ακόμη πολύ περιορισμένοι. Δεν μπορούσες να πετύχεις στην οθόνη αυτό που πετύχαινες με το χέρι. Άρα και πάλι το ερώτημα δεν υπήρχε.
Μετά άρχισα να πουλάω τα πρωτότυπα έργα μου. Παρεμπιπτόντως, αυτό μου επέτρεψε να έχω τα προς το ζην. Είναι κι αυτό ένα σημαντικό ζήτημα που πρέπει να αναφέρω. Επομένως, είχα έναν ακόμη λόγο να συνεχίσω να δουλεύω με το χέρι. Με λίγα λόγια, κάθε φορά που θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα, η απάντηση ήταν πάντα: «Συνέχισε να δουλεύεις με το χέρι». Και σήμερα, είμαι ακόμη πιο πεπεισμένη γι’ αυτό. Με την τεχνητή νοημοσύνη να κάνει την εμφάνισή της, η προστιθέμενη αξία, η χαρά που μπορούν να νιώσουν οι άνθρωποι γνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα αυθεντικό πρωτότυπο πίσω από το έργο — και βλέποντάς το σε εκθέσεις — είναι πραγματική.
Βέβαια, το κοινό είναι περιορισμένο. Αλλά εγώ το βλέπω και το αισθάνομαι.
Και όσο μεγαλώνω, η σκέψη μου είναι η εξής: Αν κάποια μέρα δεν χρειάζεται πια να τρέχω πίσω από τις εκδόσεις βιβλίων, αν έχω λιγότερη ανάγκη να βγάζω τα προς το ζην, τότε αυτό που πραγματικά θα ήθελα να κάνω είναι ζωγραφική. Και ίσως να μη με απασχολεί καν αν τα έργα αναπαράγονται ή εκδίδονται. Όχι, όχι. Θα συνεχίσω οριστικά να δουλεύω με το χέρι. Και υπάρχει επίσης κάτι λίγο τρελό μέσα στην ίδια την πράξη του σχεδίου.
Τι είναι αυτό;
Υπάρχει κάτι που αποτελεί από μόνο του έναν τρόπο έκφρασης: να επενδύεις το σώμα σου μέσα στη χειρονομία, πάνω στο χαρτί, και έπειτα να μοιράζεσαι αυτή τη χειρονομία με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν θέλω να αρχίσω μεγάλες φιλοσοφικές αναλύσεις, αλλά πιστεύω ότι το έργο βρίσκεται εξίσου μέσα σε αυτή τη διαδικασία, όσο και στο τελικό αποτέλεσμα πάνω στο χαρτί. Ίσως να ακούγεται λίγο αόριστο ή μεταφυσικό, έτσι όπως το λέω, αλλά νιώθω ότι υπάρχει κάτι εκεί. Επιστρέφουμε, δηλαδή, στη σημασία που έχει η διαδικασία, ίσως περισσότερο ακόμη και από το ίδιο το αποτέλεσμα. Νομίζω ότι τελικά αυτό ακριβώς είναι το σημαντικό: όσο προχωρώ στη ζωή και στη δουλειά μου, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι αυτό είναι που μετράει.
Δεν ξέρω αν σας ενδιαφέρει, αλλά θα μου επιτρέψετε να το πω, γιατί πρόσφατα συζητούσα γι’ αυτό με τον εκδότη μου.
Βεβαίως, παρακαλώ.
Αυτή την περίοδο δουλεύω πάνω σε ένα graphic novel για ενήλικες. Είναι ένα τεράστιο σχέδιο, με 450 σελίδες. Και στο τέλος φτάνω να εκτελώ τις σελίδες σχεδόν μηχανικά. Γίνεται μια μορφή επίμονης, επαναλαμβανόμενης εργασίας. Κάτι σχεδόν παράλογο. Και τελικά μετατρέπεται σχεδόν σε art brut*. Γίνεται ένα είδος μανίας παραγωγής σελίδων.
Δεν είμαι αρκετά έξυπνη, ούτε αρκετά διανοούμενη για να το εξηγήσω καλύτερα. Αλλά αισθάνομαι ότι υπάρχει κάτι αυτής της τάξης»
Ο χρόνος, ο τρόπος, το ύφος
Ας περάσουμε τώρα κι εμείς σε μια άλλη πλευρά του έργου σας: τη μέθοδο και το ύφος σας. Νομίζω όμως ότι έχουμε ήδη αρχίσει να φτάνουμε εκεί. Είπαμε για τη βαθιά χειροτεχνική προσέγγιση που έχετε και, όπως είδαμε, η δική σας δουλειά απαιτεί τεράστιο χρόνο. Πόσος χρόνος χρειάζεται, αλήθεια, για να εικονογραφήσετε ένα ολόκληρο βιβλίο;
Δεν μπορώ πραγματικά να απαντήσω με ακρίβεια στην ερώτηση. Εξαρτάται από τον αριθμό των σελίδων, από το μέγεθος των εικόνων, από τον βαθμό της προσωπικής επένδυσης που βάζω στο έργο κ.τ.λ. Γενικά, επενδύω πάρα πολύ σε ό,τι κάνω, γιατί έχω την τύχη πλέον να δημιουργώ βιβλία που μου αρέσουν και να μη χρειάζεται να ανταποκρίνομαι απλώς σε παραγγελίες χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οπότε κάνω πάντα ό,τι καλύτερο μπορώ. Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με αρκετά απαιτητικά σχέδια, με μεγάλο αριθμό σελίδων.
Συνήθως, λοιπόν, ένα βιβλίο απλώνεται χρονικά περίπου στον ένα χρόνο. Αρχίζουμε να το σχεδιάζουμε το φθινόπωρο μαζί με τον εκδότη. Μετά, το υλοποιούμε το φθινόπωρο, τον χειμώνα και την άνοιξη. Τυπώνεται το καλοκαίρι. Και κυκλοφορεί το επόμενο φθινόπωρο. Όλα εξαρτώνται πραγματικά από το ίδιο το βιβλίο. Αν θέλετε μια γενική εικόνα, πρέπει να υπολογίζει κανείς αρκετές ημέρες για κάθε σχέδιο. Αλλά μετά υπάρχει και η σύλληψη του έργου, οι διορθώσεις, ο σχεδιασμός της μακέτας.
Με το graphic novel που εργάζομαι αυτή τη στιγμή, έχω 450 σελίδες σχεδόν. Πώς να τα βγάλω πέρα; Θεωρητικά προσπαθώ να ολοκληρώνω μία σελίδα την ημέρα, αλλά δεν τα καταφέρνω. Φτιάχνω περίπου δεκαπέντε σελίδες τον μήνα. Και παρ’ όλα αυτά, είναι τεράστιος όγκος δουλειάς. Μου παίρνει απίστευτο χρόνο.
Δουλεύετε πάνω σε περισσότερα από ένα σχέδια ταυτόχρονα;
Όχι. Ουσιαστικά έχω ένα μεγάλο έργο σε εξέλιξη. Και παράλληλα σκέφτομαι τι θα μπορέσω να κάνω όταν επιτέλους το ολοκληρώσω. Μετά το μεγάλο graphic novel, για παράδειγμα, θα δουλέψω πάνω σε ένα μικρό βιβλίο του Ζακομινούς. Κάτι πολύ πιο ελαφρύ, που θα μου πάρει μόνο λίγους μήνες. Στη Γαλλία εκδώσαμε επίσης ένα βιβλίο για πολύ μικρά παιδιά με τον Ζακομινούς/Jacominus, που λέγεται Jacomini. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ακόμη στα ελληνικά.
Όχι, όχι…
Το Jacomini είναι ένα βιβλίο από χοντρό χαρτόνι. Ένα πραγματικά μικρό βιβλιαράκι για πολύ μικρές ηλικίες. Έτσι αλλάζω λίγο παραστάσεις και απολαμβάνω διαφορετικά είδη δουλειάς. Κάθε έργο απαιτεί διαφορετικό χρόνο. Συνήθως σκέφτομαι το επόμενο βιβλίο, ενώ ακόμη εκτελώ το προηγούμενο που έχω ήδη σχεδιάσει. Οπότε εδώ και καιρό ονειρεύομαι τα επόμενα σχέδιά μου.
Παρατηρούμε ότι έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε αντικείμενα με αισθητική περασμένων εποχών. Γιατί αυτή η επιλογή; Νιώθετε σαν σκηνοθέτρια και σκηνογράφος ενός θεατρικού έργου πάνω στο χαρτί;
Ναι, είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια μορφή σκηνοθεσίας. Αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερα πειστική εξήγηση γι’ αυτό. Είμαι παιδί της εποχής μου. Νομίζω ότι αναδημιουργούμε ατμόσφαιρες μέσα στις οποίες νιώθουμε καλά. Και είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει κανείς τα γούστα του, γιατί τα γούστα μας είναι κατά βάση προϊόντα της ανατροφής και της κουλτούρας μας.
Όπως είπαμε, γεννήθηκα τη δεκαετία του ’70. Μεγάλωσα περισσότερο σε εξοχικά σπίτια, κοντά σε παππούδες και γιαγιάδες της μικροαστικής τάξης, που είχαν τα μικρά τους αντικείμενα, όπως σε κάθε μικροαστικό γαλλικό σπίτι. Δεν γεννήθηκα στο Παρίσι, σε μια πολύ πλούσια οικογένεια. Ούτε σε μια φάρμα ή σε εργατικές πολυκατοικίες πολύ φτωχών ανθρώπων. Εκπροσωπώ αυτή τη γαλλική μικροαστική κουλτούρα της δεκαετίας του ’60. Λυπάμαι, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Και αυτά ήταν σπίτια μέσα στα οποία ένιωθα όμορφα. Είχα την τύχη να είμαι ευτυχισμένη εκεί. Οπότε, δεν βασανίζω ιδιαίτερα το μυαλό μου με τέτοια ζητήματα. Απλώς αναπαράγω κόσμους που αγαπώ. Κόσμους που φαίνεται πως αρέσουν και σε άλλους ανθρώπους. Δεν είναι κάποιος συνειδητός υπολογισμός εκ μέρους μου. Απλώς πολλοί άνθρωποι μοιράζονται αυτή την αισθητική προτίμηση. Δεν είμαι ιδιαίτερα περήφανη γι’ αυτό, για να είμαι ειλικρινής. Αλλά είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να σχεδιάζεις ένα τηλέφωνο με καλώδιο, ένα παλιό τηλέφωνο ή ένα γραμμόφωνο, παρά ένα iPhone. Το iPhone κάνει τα πάντα πλέον. Μπορεί να είναι και γραμμόφωνο και τηλέφωνο μαζί. Εγώ προτιμώ να σχεδιάζω γραμμόφωνα παρά ψυγεία και iPhone. Ειδάλλως, τι μου απομένει; Ένα ακουστικό bluetooth; Δεν είναι και πολύ ελκυστικό εικαστικά. Το ίδιο ισχύει και για τα ρούχα. Τα σημερινά ρούχα δεν είναι ιδιαίτερα όμορφα. Τι να σχεδιάσω; Ένα κοστούμι με Converse;
Αναμειγνύετε;
Βέβαια, καμιά φορά ανακατεύω διαφορετικές εποχές. Δεν είναι ιστορικά ακριβές. Αλλά είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να σχεδιάζεις μποτάκια με κουμπιά και παλιά σακάκια. Είναι πολύ πιο ελκυστικά ως εικόνα. Σε σύγκριση με ένα παλιό T-shirt και μια φόρμα γυμναστικής. Ναι, αυτό μου φαίνεται λιγότερο ενδιαφέρον να το σχεδιάσω. Αν και όλοι μας τα φοράμε.
Το βιβλίο σας Le Petit Théâtre de Rebecca χρησιμοποιεί κοπές με λέιζερ. Το Rendez-vous απαιτεί από τον αναγνώστη παρατεταμένη παρατήρηση, ενώ το Midi Pile λειτουργεί κάτι σαν διαδοχική προβολή εικόνων. Είναι αυτές οι τεχνικές επιλογές μια πράξη αντίστασης απέναντι σε έναν βιαστικό κόσμο που αρκείται στο ατελείωτο scrolling;
Ειλικρινά, δεν το σχεδίασα με αυτό το σκεπτικό. Στην περίπτωση του Midi Pile, είναι αλήθεια ότι η ευθραυστότητα του χαρτιού υποχρεώνει τον αναγνώστη να γυρίζει τις σελίδες αργά, όπως πολύ σωστά επισημάνατε. Και αυτό εξυπηρετεί το ίδιο το θέμα του βιβλίου. Γιατί η ιστορία μιλά για ένα ραντεβού. Ο αναγνώστης θέλει να φτάσει στο ραντεβού. Αλλά δεν μπορεί να φτάσει αμέσως. Πρέπει να περάσει χρόνο. Πρέπει να γυρίσει τις σελίδες αργά. Διαφορετικά, θα σκίσει το βιβλίο.
Δεν σχεδίασα όλο αυτό λέγοντας στον εαυτό μου ότι «τα τηλέφωνα είναι φρικτά» κτλ. Αλλά, ταυτόχρονα, αφού πράγματι το πιστεύω, μπορείτε να πείτε ότι είναι κι αυτό μέσα στην ιστορία. Το σκέφτομαι πολύ συχνά, σχεδόν κάθε μέρα.
Και όσο περισσότερο επιθυμώ τη βραδύτητα, τα πράγματα που εξετάζονται σε βάθος, τους ανεπτυγμένους λόγους, τις αντιφάσεις, τις αποχρώσεις και τις λεπτές διαφοροποιήσεις, τόσο λιγότερο μας προσφέρονται αυτά στον σύγχρονο κόσμο. Αυτό δεν μου ταιριάζει καθόλου. Μου φαίνεται όμως ότι, για να πω την αλήθεια, δεν ταιριάζει ούτε σε εμάς γενικότερα. Θα σας πω πράγματα που ήδη γνωρίζετε.
Στις δημιουργίες σας, πόσο χρόνο αφιερώνετε στον υπολογιστή σε σχέση με όσα κάνετε χειροκίνητα;
Στον υπολογιστή; Σχεδόν καθόλου. Δηλαδή, ένα τέταρτο της ώρας την ημέρα. Έχω κάποιον που απαντά στα ηλεκτρονικά μηνύματα για λογαριασμό μου. Για παράδειγμα, σκανάρω τα σχέδιά μου, στέλνω τη δουλειά μου μέσω υπολογιστή για να επικοινωνώ με τους εκδοτικούς οίκους. Αν, για παράδειγμα, φτιάχνω ένα κόμικ, θα στήσω τη μακέτα στον υπολογιστή για να βλέπω την εξέλιξη του βιβλίου, για να συμπληρώνω τα καρέ. Αυτό είναι πολύ πρακτικό. Όμως η καθαυτή δημιουργία στον υπολογιστή είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Οι Πριγκίπισσες
Ας περάσουμε τώρα στις Πριγκίπισσες. Είχαμε συναντήσει τον Philippe Lechermeier στην Ελλάδα και του είχαμε πάρει συνέντευξη. Ανάμεσα σε άλλα, μας είχε πει: «Η Rebecca ήταν η καλύτερη από όλους τους εικονογράφους που μου είχαν προτείνει οι εκδότες και ξεκινήσαμε πολύ γρήγορα το σχέδιο. […] Εκεί όπου δουλέψαμε πολύ ήταν στη σύνθεση του βιβλίου, στη μακέτα. Αυτό είναι κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω με τη Rebecca και πάντα το δουλεύουμε μαζί. Εγώ ασχολούμαι με το κείμενο, εκείνη με την εικονογράφηση, αλλά είμαστε πάντοτε μαζί όταν σκεφτόμαστε το τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου. Αυτή είναι η πιο όμορφη πλευρά της συνεργασίας.»
Ναι, είναι αλήθεια.
Πρόκειται πράγματι για ένα βιβλίο που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία. Σας αρέσουν οι πριγκίπισσες; Γιατί τις δημιουργήσατε τόσο διαφορετικές από τη στερεοτυπική εικόνα που συνήθως έχουμε γι’ αυτές;
Είναι ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν από είκοσι χρόνια πλέον, μου φαίνεται τώρα αρκετά μακρινό. Είναι ιδέες που έχουν χρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά και σήμερα δεν είναι τόσο πρωτότυπες. Η ιδέα δηλαδή να παρουσιάζουμε εικόνες των γυναικών γενικότερα διαφορετικές από εκείνη του όμορφου μικρού κοριτσιού — γλυκού, ροζ, υπάκουου, κλεισμένου μέσα στα όριά του κτλ. Νομίζω λοιπόν ότι η δική του πρόθεση ήταν να παρουσιάσει γυναικείους χαρακτήρες που να είναι δυνατοί και να διαθέτουν κάπως διαφορετικές προσωπικότητες.
Ήταν μια αρκετά ισορροπημένη και μετρημένη προσέγγιση από τη δική μας πλευρά. Πριν από είκοσι χρόνια δεν είχαμε περάσει ακόμη από το #MeToo και όλα αυτά. Οπότε, στην πραγματικότητα, ήταν κάτι κάπως καινούργιο τότε και ύστερα ακολούθησαν πάρα πολλά παρόμοια έργα. Σήμερα μοιάζει αυτονόητο ότι μπορούμε να μιλάμε για γυναικείους χαρακτήρες που δεν είναι απλώς φρόνιμοι και όμορφοι και όχι μόνο για όμορφες γυναίκες με άψογη αισθητική και τέλεια εξωτερική εμφάνιση. Αυτό λοιπόν ήταν αρκετά νέο τότε και ήταν πρόταση του Philippe. Και, όπως σας είπε κι εκείνος, έστειλε το κείμενό του στον εκδότη και μου πρότειναν να το εικονογραφήσω. Δεν είχα κάποια ιδιαίτερη αδυναμία στις πριγκίπισσες. Κατά κάποιον τρόπο, όμως, αυτό το βιβλίο μού δημιούργησε σχεδόν ένα πρόβλημα, αν μπορώ να το πω έτσι.
Ποιο ήταν αυτό;
Γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία και συνδέθηκα πολύ έντονα με αυτό το βιβλίο και με αυτό το θέμα. Λάτρεψα τη δημιουργία του, αλλά δεν ήθελα να συνεχίσω να κάνω παρόμοια βιβλία και η αλήθεια είναι ότι μου πρότειναν πολλά. Σημάδεψε τόσο πολύ την πορεία μου στα μάτια του κόσμου, ώστε τελικά έκανα τα πάντα για να προτείνω κάτι διαφορετικό: άλλες γραφιστικές προσεγγίσεις, διαφορετικά εικαστικά ύφη, πιο σκοτεινά έργα κτλ. Ήθελα να αποδείξω ότι ήμουν ικανή να κάνω και άλλα πράγματα πέρα από αυτό το βιβλίο. Όταν όμως το δημιούργησα, έδωσα πραγματικά τον καλύτερό μου εαυτό και έφτασα όσο πιο μακριά μπορούσα.
Οπότε ήταν μια καλή συνεργασία.
Ήταν η πρώτη φορά που επικοινωνούσα τόσο στενά με έναν συγγραφέα και που μπορέσαμε να μοιραστούμε, ακριβώς όπως σας το περιέγραψε εκείνος, τις προθέσεις μας για το βιβλίο. Και να τροποποιούμε το κείμενο ανάλογα με τις εικόνες και αντίστροφα και να μη μένουμε απλώς στην τοποθέτηση εικόνων πάνω σε ένα κείμενο που ήταν αμετάβλητο, όπως το είχε αποφασίσει ο συγγραφέας, και στο οποίο δεν μπορούσε να αλλάξει ούτε ένα κόμμα. Ο Philippe μπήκε πραγματικά σε αυτή τη διαδικασία. Το έργο «άνοιξε» και εξελίχθηκε, αν θέλετε, επειδή μπορέσαμε να συζητήσουμε μαζί. Και αυτό ήταν μια ενδιαφέρουσα ανακάλυψη της σχέσης συγγραφέα–εικονογράφου.
Εικονογραφώντας κλασικά έργα
Όσον αφορά τα κλασικά έργα: οι εικονογραφήσεις σας για έργα όπως ο Συρανό ντε Μπερζεράκ ή η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων επανερμηνεύουν γνωστές ιστορίες μέσα από τη δική σας αισθητική. Είναι πιο δύσκολο να επιβληθείτε οπτικά σε τόσο εμβληματικά κείμενα;
Στην αρχή, ναι. Για παράδειγμα, όταν δούλεψα πάνω στις ιστορίες της Βίβλου, είναι αλήθεια ότι τη στιγμή που πρέπει να σχεδιάσεις τον Ιησού δεν μπορείς να αποφύγεις τις εικόνες του Ιησού από τη ζωγραφική ή τον κινηματογράφο που έχεις ήδη στο μυαλό σου. Αλλά αρκεί να απαντήσεις σε μια ερώτηση: Θέλω να ακολουθήσω αυτή τη στερεοτυπική εικόνα ή όχι; Ναι ή όχι· κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μπορούμε να ακολουθήσουμε το στερεότυπο ή να μην το ακολουθήσουμε. Αφού απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, κάνεις απλώς τη δουλειά σου. Τελικά, δεν έχω και πολλά περισσότερα να πω πάνω σε αυτό. Η Αλίκη είναι σχεδόν χειρότερη περίπτωση από τη Βίβλο. Ίσως ακόμη περισσότερο εικονογραφημένη. Αλλά πάντα βρίσκεις κάτι. Ταυτόχρονα, όταν πρόκειται για κλασικά παραμύθια, υπάρχει η χαρά της επιστροφής σε έναν τόπο που γνωρίζεις. Συνηθίζω να λέω ότι είναι σαν να επιστρέφεις σε ένα μέρος οικείο, σαν ένα εξοχικό σπίτι όπου έχεις ξαναπάει διακοπές. Δεν είναι κάτι καινούργιο, δεν είναι περιπέτεια. Αλλά υπάρχει η απόλαυση της παιδικής ανάμνησης, μιας ιστορίας που γνωρίζεις από πάντα και που όλοι γνωρίζουν. Μπορεί επίσης να είναι ευχάριστο να βυθίζεσαι σε κάτι τόσο οικείο και αναγνωρίσιμο.
Αλήθεια είναι. Ίσως μάλιστα ακόμη περισσότερο στην περίπτωση της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, επειδή εκτός από τα βιβλία υπάρχουν και πολλές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές που έχουν αφήσει ισχυρό αποτύπωμα. Είχατε στο μυαλό σας συγκεκριμένα κινούμενα σχέδια ή άλλες εκδοχές ως αναφορά;
Γνωρίζω, όπως όλοι, ορισμένες από αυτές τις εκδοχές. Υπάρχουν αναφορές από τις οποίες δεν μπορώ να ξεφύγω. Τις έχω μέσα στο μυαλό μου. Από εκεί και πέρα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνω κάτι με αυτές.
Για παράδειγμα, δεν έχω δει την ταινία του Τιμ Μπάρτον. Είναι ο Τιμ Μπάρτον που έκανε μια ταινία για την Αλίκη με τον Τζόνι Ντεπ, σωστά;
Ναι.
Δεν την έχω δει, αλλά είχα δει αποσπάσματα, εικόνες κτλ. Και είχα πει στον εαυτό μου ότι δεν θέλω σε καμία περίπτωση να κάνω αυτόν ή εκείνον τον χαρακτήρα όπως εμφανίζεται στην ταινία του Τιμ Μπάρτον. Μου φαινόταν πολύ κλασικό. Όλοι οι κώδικες του έργου είχαν τηρηθεί όπως έπρεπε. Ήταν πραγματικά μέσα στο καλοφτιαγμένο στερεότυπο: το μικρό κορίτσι ήταν κατάξανθο με το μπλε φορεματάκι του, ο Τρελοκαπελάς φορούσε φυσικά το ψηλό του καπέλο κ.ο.κ. Οπότε συχνά τοποθετήθηκα κάπως απέναντι σε αυτά. Με πολύ μετριοπαθή και λογικό τρόπο βέβαια. Αλλά όταν δημιουργώ κάτι, προσπαθώ να φτιάχνω κάτι δικό μου. Δεν λέω ότι επινοώ τα πάντα από την αρχή, αλλά προσπαθώ όσο γίνεται να δημιουργώ έναν προσωπικό εικαστικό και οπτικό κόσμο. Αυτό είναι κάθε φορά η πρόκληση.
Για ποιον σχεδιάζετε; Για τα παιδιά, για τους ενήλικες, για τον εαυτό σας; Για όλους ταυτόχρονα;
Ναι, νομίζω ότι σχεδιάζω για όλους ταυτόχρονα. Ομολογώ ότι δεν τοποθετώ ιδιαίτερα τον εαυτό μου στη θέση του ανθρώπου που σκέφτεται διαρκώς τα παιδιά. Μέχρι σήμερα το έχω κάνει μάλλον λίγο. Και κάποιες φορές το έχω προσάψει στον εαυτό μου αυτό. Όταν έκανα τα μικρά βιβλία από χοντρό χαρτόνι, τα Giacomini, ήταν η πρώτη φορά που δούλευα για πολύ μικρά παιδιά. Και μου άρεσε πολύ. Και σκέφτηκα: «Να, πρέπει καμιά φορά να προσέχω λίγο περισσότερο αυτό το κοινό». Έπειτα από τις συναντήσεις μου με μικρούς αναγνώστες, έχω πλέον μεγαλύτερη χαρά να σχεδιάζω γι’ αυτούς. Παλαιότερα, ομολογώ ότι σχεδίαζα για μένα, πολύ εγωιστικά. Σχεδίαζα για τους ανθρώπους γενικά, λέγοντας μέσα μου: «Όποιος θέλει, ας το πάρει». Και είχα επίσης την ιδέα — δεν ξέρω αν είναι σωστή — ότι τα παιδιά βλέπουν τα ίδια πράγματα που βλέπουμε κι εμείς. Δεν τα ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο, αλλά αυτό βλέπουν.
Εγώ όταν ήμουν παιδί, αγαπούσα τους πίνακες του Μπρίγκελ, μου άρεσαν οι ιστορίες των μεγάλων, ιστορίες με θάνατο και τέτοια θέματα. Μου άρεσαν ακόμη και όταν δεν καταλάβαινα τα πάντα. Όταν κάτι ήταν υπερβολικά φτιαγμένο για παιδιά, το έβρισκα κάπως βαρετό. Και σκεπτόμενη αυτό, λέω στον εαυτό μου: «Κάνε αυτό που θέλεις και ας βγάλει άκρη όποιος μπορεί». Κάπως έτσι λειτουργώ.
Μας είπατε ότι σύντομα θα γίνετε γιαγιά.
Ναι.
Άρα τα βιβλία σας ίσως απευθύνονται περισσότερο προς τα εγγόνια σας. Τι θα αλλάξει στη σχέση σας με αυτά σε σύγκριση με το πώς διαβάζατε ή παρουσιάζατε τα βιβλία ως μητέρα; Σας ζητώ να φανταστείτε τον εαυτό σας στο μέλλον.
Καταρχάς, δεν έφτιαξα ποτέ βιβλία ειδικά για τα δικά μου παιδιά. Ομολογώ ότι όταν είχα περάσει όλη τη μέρα φτιάχνοντας ένα βιβλίο ή δουλεύοντας πάνω σε ένα βιβλίο, τότε που τα παιδιά μου ήταν στην ηλικία να ακούν ιστορίες σαν αυτές που εικονογραφούσα, δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση το βράδυ να συνεχίσω και να τους διαβάζω τα δικά μου βιβλία. Προτιμούσα να τους διαβάζω τα βιβλία άλλων. Άρα δεν σκέφτηκα ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Και δεν νομίζω ότι θα το κάνω περισσότερο με τα εγγόνια μου. Όμως, καθώς μεγαλώνω, έχω περισσότερη τρυφερότητα απέναντι στα παιδιά, όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται αυτό που λέω. Ίσως επίσης να έχουμε περισσότερη υπομονή με τα εγγόνια μας. Φαντάζομαι ότι με τα δικά μας παιδιά έχουμε διαφορετικές έγνοιες και διαφορετικές ευθύνες. Οπότε, τελικά, παρότι δεν είμαι ακόμη γιαγιά, νομίζω ότι σήμερα θα είχα μεγαλύτερη διάθεση να απευθυνθώ σε έναν πιο παιδικό κόσμο απ’ ό,τι παλιότερα.
Επισκέπτεστε συχνά σχολεία. Πώς βλέπετε τα παιδιά του σήμερα; Υπάρχει πραγματικά κρίση της ανάγνωσης, όπως ακούμε συχνά;
Λοιπόν, κάνω κάποιες επισκέψεις. Όχι αρκετές ώστε να μπορώ να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα. Εγώ η ίδια, όπως σας έλεγα, αλλάζω. Και είναι αλήθεια ότι σήμερα έχω μεγαλύτερη ευχαρίστηση να επικοινωνώ με εφήβους. Παλαιότερα θα έπρεπε να με πληρώνατε πολύ ακριβά για να πάω σε μια τάξη γεμάτη εφήβους. Τώρα όμως νιώθω περισσότερη τρυφερότητα. Έχω μεγαλύτερη επιθυμία να μοιραστώ με τους νεότερους τη χαρά που μου δίνει το βιβλίο και τη βεβαιότητα που έχω ότι το βιβλίο είναι κάτι σημαντικό στη ζωή. Εγώ μπήκα στον χώρο του βιβλίου επειδή μου άρεσε να ζωγραφίζω. Και επειδή το εικονογραφημένο βιβλίο συνδέεται με την παιδική ηλικία, έφτιαξα παιδικά βιβλία. Όλοι οι εικονογράφοι άλλωστε βρίσκονται λίγο-πολύ σε αυτή τη θέση.
Νομίζω πως σήμερα υπάρχουν λιγότεροι αναγνώστες απ’ ό,τι παλιότερα. Αλλά δεν μπορείς να περνάς πέντε ώρες την ημέρα στο κινητό σου και ταυτόχρονα να διαβάζεις βιβλία. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Μαθηματικά δεν γίνεται. Τώρα ακούγομαι πραγματικά σαν γκρινιάρα ηλικιωμένη. Όμως έχω την αίσθηση ότι είναι κρίμα. Εγώ απόλαυσα τόσο πολύ το διάβασμα.
Ακόμη κι αν προσπαθήσω να μη κρίνω το περιεχόμενο, υπάρχει μια μορφή ταχύτητας, ένας τρόπος παρουσίασης ιδεών υπερβολικά συμπυκνωμένων, που μου φαίνεται εξαιρετικά αγχωτικός. Δεν υπάρχει βάθος. Ακόμη και όταν το θέμα είναι ενδιαφέρον, κάτι δεν λειτουργεί. Και θεωρώ ότι αυτό συνδέεται με ένα τρομακτικό επίπεδο στρες. Ενώ η ανάγνωση ενός βιβλίου μόνο να σε ηρεμήσει μπορεί. Ακόμη κι όταν το βιβλίο είναι τρομακτικό. Νομίζω ότι υπάρχει κάτι που, σε ανθρώπινο και πνευματικό επίπεδο, δεν λειτουργεί σωστά. Άρα ναι, υπάρχει μια κρίση.
Φαίνεται ότι υπάρχουν λιγότεροι αναγνώστες απ’ ό,τι παλιότερα. Είναι ένα ζήτημα αυτό. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι αυτό μπορεί να είναι επιζήμιο για τους ίδιους. Το αν οι συγγραφείς πεθαίνουν της πείνας, μεταξύ μας, δεν έχει και τόση σημασία. Το σημαντικό είναι τα παιδιά να έχουν μια πλούσια νεότητα και να μη φτάσουν στην ενηλικίωση έχοντας στερηθεί κάτι τέτοιο. Για να πούμε την αλήθεια, βέβαια, η ανάγνωση ήταν πάντοτε κάτι σχετικά περιορισμένο. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διάβαζαν ποτέ ιδιαίτερα, από καταβολής κόσμου. Ίσως υπήρξε μια άνθηση στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Νομίζω ότι τότε οι άνθρωποι διάβαζαν περισσότερο. Δεν είμαι βέβαιη, ωστόσο, ότι στις αρχές του 20ού αιώνα οι εργάτες που δούλευαν στα υφαντουργεία διάβαζαν πολύ. Άρα αυτό δεν ήταν ποτέ πραγματικά ο κανόνας. Δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο. Απλώς τώρα περνούν τον χρόνο τους στο κινητό.
Λοιπόν, για να κλείσουμε: Συχνά ρωτάμε τους εικονογράφους και τους συγγραφείς ποια είναι η σχέση τους με την Ελλάδα. Δεν ξέρω τι ρόλο μπορεί να έχει παίξει για εσάς η Ελλάδα σε αισθητικό επίπεδο, σε πολιτιστικό επίπεδο…
Ομολογώ ότι αυτό που έχω κυρίως είναι μια υπέροχη ανάμνηση από ένα ταξίδι που έκανα στην Ελλάδα όταν ήμουν δεκαοκτώ ετών. Νομίζω ότι έχω έρθει δύο φορές στην Ελλάδα, σε εποχή που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα και όλα αυτά. Οπότε έφυγα για έναν ολόκληρο μήνα χωρίς να χρειάζεται να δώσω νέα μου σε κανέναν. Ήταν μια απίστευτη αίσθηση ελευθερίας. Και φυσικά υπήρχε και το ταξιδιωτικό, τουριστικό και γνωστικό ενδιαφέρον, που ήταν υπέροχο. Και θα ήθελα πάρα πολύ να ξανάρθω, για να πω την αλήθεια. Ήρθα άλλη μία φορά, όταν είχα προσκληθεί στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης το 2007 και ήταν όμορφα.
Πρέπει όμως να σας εξομολογηθώ κάτι. Δεν φταίτε εσείς βέβαια γι’ αυτό, αλλά γενικά δεν είμαι καθόλου φίλη της μυθολογίας. Τα βάζω όλα στο ίδιο σακί. Είτε πρόκειται για ελληνική είτε για αιγυπτιακή μυθολογία, είναι ένα είδος ιστοριών με το οποίο δυσκολεύομαι πολύ. Πηγαίνει προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν μπορώ να βρω εύκολα τα πατήματά μου μέσα σε αυτό. Μου αρέσει όταν τα πράγματα είναι λίγο πιο συγκεκριμένα και απτά. Ξέρω βέβαια ότι ζω ανάμεσα σε ανθρώπους που λατρεύουν την ελληνική μυθολογία. Τα παιδιά μου και ο σύζυγός μου είναι φανατικοί της ελληνικής μυθολογίας. Εγώ όμως δυσκολεύομαι λίγο να συνδεθώ μαζί της.
Από την άλλη, ό,τι αφορά την ιστορία της τέχνης είναι φυσικά συναρπαστικό. Και πραγματικά θα ήθελα να ξανάρθω. Όσο για τη σημερινή Ελλάδα, δεν έχω καθόλου ιδιαίτερες γνώσεις ούτε επαφές. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι έχω πολύ θετική προδιάθεση απέναντι στην Ελλάδα.
Μπορώ επίσης να σας πω ότι αυτή τη στιγμή εργάζομαι — παρόλο που όπως σας είπα ότι η μυθολογία δεν είναι το αγαπημένο μου θέμα, για ένα ειδικό τεύχος της Le Figaro, που μου ζητήθηκε, πάνω στους χαρακτήρες της Οδύσσειας. Οπότε θα ξαναμπώ σε όλο αυτό. Θα πρέπει να τους ξαναμελετήσω όλους έναν-έναν. Θα είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναθυμηθώ τα μεγάλα κλασικά έργα.
Όσον αφορά τις εικαστικές τέχνες, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική κτλ., ναι, νομίζω ότι αυτά θα μπορούσαν να με ελκύσουν πολύ. Όμως όσον αφορά τα κείμενα, δεν είμαι μεγάλη… Και άλλωστε δεν έμαθα ποτέ ελληνικά. Έκανα λίγα λατινικά, κι αυτά με ταλαιπώρησαν αρκετά. Δεν είμαι ελληνίστρια. Θα ήθελα πάντως να με καλέσουν σε κάποια έκθεση βιβλίου. Ας το πούμε σαν ανοιχτή πρόσκληση!
Θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Θα το μεταφέρουμε. Θέλουμε πραγματικά να σας ευχαριστήσουμε πολύ για αυτή τη συνομιλία.
Κι εγώ σας ευχαριστώ.
* Art Brut: γαλλικός όρος- ακατέργαστη τέχνη
Rebecca Dautremer
Δείτε τα στις Εκδόσεις Μεταίχμιο
Πηγή: elniplex
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου