Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Γιατί ένα βιβλίο δεν είναι ποτέ το ίδιο όταν το ξαναδιαβάζετε;

Ο Νιλς Χόλγκερσον βρίσκεται εδώ και χρόνια στο καλάθι με τα βιβλία δίπλα στο κρεβάτι μου. Έχω διαβάσει το «Θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον» της Σέλμα Λάγκερλεφ, αμέτρητες φορές. Δεν το ανοίγω για να θυμηθώ την ιστορία του. Την ξέρω σχεδόν απ’ έξω. Το ανοίγω όταν έχω ανάγκη να ταξιδέψω για λίγο μακριά από όσα με απασχολούν. Και κάθε φορά διαπιστώνω ότι δεν επιστρέφω μόνο στον Νιλς. Επιστρέφω και σε μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μου.

Υπάρχουν βιβλία τα οποία μάς λένε πολλά για τον άνθρωπο που τα κρατά στα χέρια του. Το εξώφυλλο έχει μαλακώσει, οι γωνίες του έχουν φθαρεί και κάπου στις σελίδες τους έχει μείνει ένας λεκές από καφέ. Είναι τα βιβλία που έχουν διαβαστεί τέσσερις ή πέντε φορές. Γιατί όμως;

Η πρώτη ανάγνωση δεν είναι πάντα η πιο ουσιαστική

Ο Ρώσος συγγραφέας Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ το διατύπωσε με ακρίβεια: «Παραδόξως, ένα βιβλίο δεν διαβάζεται πραγματικά την πρώτη φορά. Διαβάζεται όταν το ξαναδιαβάζουμε», έλεγε στους φοιτητές του στο Πανεπιστήμιο Cornell, σε διαλέξεις που αργότερα εκδόθηκαν με τον τίτλο Lectures on Literature.

Η εξήγησή του ήταν εντελώς πρακτική. Την πρώτη φορά που διαβάζουμε ένα βιβλίο, ο εγκέφαλος είναι απορροφημένος από την προσπάθεια να παρακολουθήσει την πλοκή, να καταλάβει τι συμβαίνει και να συνδέσει τα γεγονότα. Η περιέργεια για την εξέλιξη της ιστορίας καταλαμβάνει σχεδόν όλη την προσοχή μας.

Μόνο στη δεύτερη ή την τρίτη ανάγνωση, όταν η πλοκή δεν αποτελεί πλέον αίνιγμα, μπορούμε να δούμε το έργο διαφορετικά. Να παρατηρήσουμε πώς είναι χτισμένο, να αξιολογήσουμε το ύφος, τη γλώσσα, τις λεπτομέρειες και τις επιλογές του συγγραφέα, όπως κοιτάζει κανείς έναν πίνακα ζωγραφικής χωρίς να αποσπάται από το «τι θα συμβεί μετά».

Όπως και ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα αξίζει να ξαναδιαβαστεί. Όταν πια γνωρίζετε τον ένοχο, αρχίζει να φαίνεται η πραγματική δεξιοτεχνία του συγγραφέα.

Τι έδειξαν οι έρευνες για την επαναλαμβανόμενη ανάγνωση

Παλαιότερη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Consumer Research, διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι δεν ξαναδιαβάζουν ένα βιβλίο επειδή έχουν ξεχάσει την ιστορία του. Όπως έδειξε η έρευνα των Κρίστελ Αντόνια Ράσελ (Cristel Antonia Russell) και Σίντνεϊ Λέβι (Sidney Levy), οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν σε ένα βιβλίο για την πλοκή του. Επιστρέφουν γιατί έχουν αλλάξει και οι ίδιοι, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται πια το βιβλίο.

Ένα μυθιστόρημα που διαβάσαμε στα είκοσί μας δεν είναι το ίδιο βιβλίο όταν το ξαναδιαβάζουμε στα σαράντα. Όχι επειδή άλλαξαν οι λέξεις του, αλλά επειδή έχουμε αλλάξει εμείς. Με έναν τρόπο, το βιβλίο λειτουργεί σαν σταθερό σημείο αναφοράς, που μας επιτρέπει να συγκρίνουμε τον σημερινό εαυτό μας με εκείνον που ήμασταν κάποτε.

Γιατί δεν χάνεται η απόλαυση όταν ξέρουμε ήδη το τέλος;

Το πιο συνηθισμένο επιχείρημα εναντίον της επαναλαμβανόμενης ανάγνωσης είναι ότι, όταν γνωρίζουμε ήδη την κατάληξη, χάνεται η χαρά της ανάγνωσης.

Ωστόσο, ορισμένες έρευνες δείχνουν το αντίθετο.

Οι ψυχολόγοι Νίκολας Κρίστενφελντ (Nicholas Christenfeld) και Τζόναθαν Λίβιτ (Jonathan Leavitt), από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, ζήτησαν από συμμετέχοντες να διαβάσουν τις ίδιες ιστορίες. Στη μία ομάδα αποκάλυψαν εκ των προτέρων το τέλος, ενώ η άλλη το αγνοούσε. Το αποτέλεσμα ήταν απρόσμενο. Όσοι γνώριζαν ήδη την κατάληξη δήλωσαν ότι απόλαυσαν περισσότερο την ανάγνωση.

Σύμφωνα με τον Κρίστενφελντ όταν ο αναγνώστης δεν αγωνιά για το «τι θα συμβεί στη συνέχεια», μπορεί να στρέψει την προσοχή του σε όσα διαφορετικά θα περνούσαν απαρατήρητα: στη γλώσσα, στη δομή, στις μικρές λεπτομέρειες και στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας προχωράει σταδιακά την ιστορία.

Το ίδιο συμβαίνει όταν ξαναβλέπουμε την αγαπημένη μας ταινία. Ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε μια φράση ή μια σκηνή που από την αρχή αποκάλυπτε διακριτικά το τέλος, αλλά μας είχε ξεφύγει.Το ίδιο ισχύει και για τα βιβλία. Και όσο καλύτερα είναι γραμμένα, τόσο περισσότερες τέτοιες λεπτομέρειες αποκαλύπτονται σε κάθε νέα ανάγνωση.

Ο εγκέφαλος ανταμείβει την επιστροφή

Η νευροεπιστήμονας Μέριαν Γουλφ (Maryanne Wolf), στο βιβλίο της «Ο Προυστ και το καλαμάρι: Πώς ο εγκέφαλος έμαθε να διαβάζει»,(Εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση: Βιλελμίνη Σωσώνη-Δασκαλάκη), υποστηρίζει ότι η «βαθιά ανάγνωση» δεν είναι μια έμφυτη ανθρώπινη ικανότητα. Είναι μια δεξιότητα που καλλιεργείται και, εάν δεν την εξασκούμε, μπορεί σταδιακά να ατονήσει. Βαθιά ανάγνωση είναι όταν δεν περιοριζόμαστε απλώς στο να διαβάζουμε τις λέξεις, αλλά συνδέουμε το κείμενο με τις εμπειρίες μας, κάνουμε συσχετισμούς, εξάγουμε συμπεράσματα και σκεφτόμαστε σε βάθος.

Η Γούλφ εκφράζει την ανησυχία ότι ο τρόπος με τον οποίο διαβάζουμε σήμερα στις οθόνες, γρήγορα και αποσπασματικά, αποδυναμώνει αυτή την ικανότητα. Αντίθετα, όταν επιστρέφουμε σε ένα βιβλίο που έχουμε ήδη διαβάσει, δεν μας απασχολεί πλέον η εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι, το μυαλό μας είναι ελεύθερο να εστιάσει στις λεπτομέρειες, να κάνει νέες συνδέσεις και να ανακαλύψει νοήματα που είχαν περάσει απαρατήρητα.

Ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός λόγος που αξίζει να επιστρέφουμε σε ένα βιβλίο. Δεν αλλάζουν οι σελίδες του, αλλά ο άνθρωπος που τις διαβάζει.

Αναρωτιέμαι, όμως, εάν αυτό ισχύει για όλους. Ίσως πρέπει να ρωτήσω την ξαδέρφη μου, την Κατερίνα του Ευκλείδη. Διαβάζει τουλάχιστον ένα καινούργιο βιβλίο κάθε εβδομάδα. Αναρωτιέμαι εάν επιστρέφει ποτέ στα παλιά αγαπημένα της βιβλία ή εάν, μόλις τελειώσει ένα, ανοίγει αμέσως το επόμενο.


Πηγή: ertnews

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου