Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Έρευνα της Κόκκινης Αλεπούς: Διαβάζουμε δυνατά στα παιδιά;

Στις αρχές Μαρτίου Η Κόκκινη Αλεπού ζήτησε τη συμβολή γονέων από όλη την Ελλάδα σε μια έρευνα για να διαπιστώσει κατά πόσο η μεγαλόφωνη ανάγνωση αποτελεί μέρος της καθημερινότητας των οικογενειών στη χώρα μας. Περίπου 500 άτομα απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της Κόκκινης Αλεπούς, δίνοντάς μας μια πιο σαφή εικόνα για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα με την πρακτική αυτή: κατά πόσο οι γονείς τη γνωρίζουν, αν τη χρησιμοποιούν, μέχρι ποια ηλικία των παιδιών τους τη διατηρούν και ποια θεωρούν τα σημαντικότερα οφέλη της. Κι ενώ η γενικότερη εικόνα παρουσιάζει ένα πολύ θετικό αποτέλεσμα ως προς τη χρήση της πρακτικής, οι επιμέρους απαντήσεις αναδεικνύουν κάτι που, αν και γνωρίζαμε, δεν είχαμε στοιχεία για να υποστηρίξουμε: ότι η μεγαλόφωνη ανάγνωση σταματά σχετικά νωρίς, αφήνοντας πολλά παιδιά «στο έλεος» της ανεξάρτητης ανάγνωσης, κάτι που σε πολλές περιπτώσεις και για διάφορους λόγους μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη εγκατάλειψή της.

Συγκεκριμένα, στην έρευνα της Κόκκινης Αλεπούς συμμετείχαν 494 άτομα, από αστικές (60%), επαρχιακές (18,4%), περιαστικές (15,4%) και αγροτικές περιοχές. Το μεγαλύτερο ποσοστό των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες (90,1%) και σε ό,τι αφορά την εκπαίδευσή τους, το 43,8% κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο, το 37,3% πτυχίο πανεπιστημίου και ακολουθούν η λυκειακή μόρφωση, η τεχνική και η διδακτορική. Σε ό,τι αφορά την ηλικία του δείγματος, κατά πλειοψηφία συμμετείχαν άτομα 40-49 ετών (58%) και ακολουθούν οι ηλικιακές ομάδες 30-39 και 50+ με πολύ μικρή διαφορά (21,1% και 20,1% αντίστοιχα). Το 51,5% των συμμετεχόντων δήλωσαν πως έχουν 2 παιδιά, το 37,1% 1 παιδί, ενώ το 10,1% και το 1,2%, 3 ή και πάνω από 4 παιδιά αντίστοιχα, με τις ηλικίες των παιδιών να κυμαίνονται κυρίως από 4 έως 12 ετών.

Η πλειονότητα των συμμετεχόντων στην έρευνα (96,3%) δήλωσαν πως διαβάζουν δυνατά στο/α παιδί/ά τους και πως ξεκίνησε να διαβάζει δυνατά ήδη από τη βρεφική ηλικία, αρκετοί μάλιστα από τη γέννηση, κάποιοι από την εγκυμοσύνη, με τους περισσότερους να αναφέρουν ότι διάβαζαν δυνατά πριν το παιδί αναπτύξει οποιαδήποτε γλωσσική κατανόηση. Η μητέρα αναδεικνύεται ως ο κύριος αναγνώστης της οικογένειας (58,6%), ενώ σε σημαντικό ποσοστό εμφανίζονται και οι δυο γονείς (39,6%). Ο πατέρας μόνο καταλαμβάνει το 7%. Αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή παππούδων και γιαγιάδων στη μεγαλόφωνη ανάγνωση βιβλίων στα εγγόνια τους και ακολουθούν με πολύ μικρότερα ποσοστά οι φροντιστές (νταντάδες), άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και τα μεγαλύτερα αδέρφια.

Ως προς τη στιγμή της ημέρας κατά την οποία γίνεται η μεγαλόφωνη ανάγνωση, η απάντηση έρχεται σχεδόν αυτόματα: πριν τον ύπνο. Το βραδινό διάβασμα και η ρουτίνα του ύπνου συνδέονται απολύτα, λειτουργώντας ως τρόπος μετάβασης από τη μια κατάσταση στην άλλη και ως τελετουργικό αποσύνδεσης από τις ασχολίες της ημέρας. Σε δεύτερη θέση εμφανίζεται ο ελεύθερος χρόνος του απογεύματος ή τα Σαββατοκύριακα, καθώς και η επιλογή “σε μη συγκεκριμένο χρόνο”, δηλώνοντας πως η μεγαλόφωνη ανάγνωση για κάποιους συμμετέχοντες δεν γίνεται προγραμματισμένα ή σε συγκεκριμένη μέρα/ώρα.

Τα ευρήματα της έρευνας σχετικά με τα αντιλαμβανόμενα οφέλη είναι από τα πιο εντυπωσιακά: οι συμμετέχοντες επέλεξαν σχεδόν όλα τα διαθέσιμα οφέλη που ανέφερε η έρευνα στη συγκεκριμένη ερώτηση: ανάπτυξη γλώσσας και λεξιλογίου, ενίσχυση της φαντασίας, δημιουργία ισχυρών δεσμών γονέα-παιδιού, αγάπη για το διάβασμα, ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, ενίσχυση της σχολικής επίδοσης. Η εικόνα που προκύπτει μέσα από τις συγκεκριμένες απαντήσεις είναι αυτή ενός κοινού που αντιλαμβάνεται τη μεγαλόφωνη ανάγνωση όχι ως ένα μονοδιάστατο εκπαιδευτικό εργαλείο, αλλά ως μια πολυεπίπεδη εμπειρία σε γνωστικό, συναισθηματικό και σχεσιακό επίπεδο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η απάντηση στο ερώτημα «Μέχρι ποια ηλικία γίνεται η μεγαλόφωνη ανάγνωση;»: πολλοί γονείς αρνούνται να θέσουν χρονικό όριο (επιλέγουν απαντήσεις όπως: «σε όλες τις ηλικίες», «όσο το απολαμβάνει το παιδί», «και στην εφηβεία»), ορισμένοι περιγράφουν πώς η πρακτική μεταλλάσσεται από ανάγνωση παραμυθιού σε ανάγνωση αποσπασμάτων λογοτεχνίας, από εικονογραφημένο βιβλίο σε μεγαλύτερο κείμενο, από ανάγνωση για το παιδί σε ανάγνωση μαζί με αυτό.

Υπάρχει όμως κι ένα αρκετά σεβαστό ποσοστό συμμετεχόντων που θεωρούν πως η μεγαλόφωνη ανάγνωση έχει οφέλη ως και την ηλικία των 8 ή 10 ετών, καθώς στην ηλικία αυτή τα παιδιά γνωρίζουν ανάγνωση, οπότε μπορούν να διαβάζουν μόνα τους βιβλία, κάτι που όμως δε λαμβάνει υπόψη του πιθανές μαθησιακές δυσκολίες του παιδιού ή το πολύ απλό να μην έχει βρει ακόμα το βιβλίο που το αφορά, στοιχεία που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην εγκατάλειψη της ανάγνωσης ως μέσο ψυχαγωγίας.

Υπάρχουν δύο ακόμα ερωτήματα που έδωσαν ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Το ένα έχει να κάνε με το κατά πόσο πιστεύουν οι ερωτηθέντες ότι η μεγαλόφωνη ανάγνωση οφελεί ακόμα και τους έφηβους, όπου το σχεδόν 75% απάντησε ότι η μεγαλόφωνη ανάγνωση σε αυτή την ηλικιακή περίοδο των παιδιών είναι πολύ ή και αρκετά ωφέλιμη, ενώ στην ερώτηση για το ποιοι λόγοι τους οδηγούν να μη διαβάζουν μεγαλόφωνα στα παιδιά τους, πρώτη και με διαφορά έρχεται η έλλειψη χρόνου, η κούραση από την καθημερινότητα και τρίτη η άρνηση των ίδιων των παιδιών. Ένα ποσοστό, μικρό μεν αλλά υπολογίσιμο, αναφέρει ότι α) δεν ξέρει πώς να ξεκινήσει να κάνει μεγαλόφωνη ανάγνωση, β) δεν ξέρει τι βιβλία να επιλέξει, γ) δεν έχει πειστεί για τα οφέλη της και δ) πως η μεγαλόφωνη ανάγνωση είναι σαν να δίνεις μασημένη τροφή στο παιδί. Πολλοί συγκριτικά είναι αυτοί που αναφέρουν πως ανάμεσα στη μεγαλόφωνη ανάγνωση και την ενασχόληση με μια οθόνη, τα παιδιά επιλέγουν το δεύτερο.

Από τα θετικά ευρήματα της έρευνας είναι ότι το 73% των ερωτηθέντων απολαμβάνει τη διαδικασία της μεγαλόφωνης ανάγνωσης, ενώ το 81% θεωρεί ότι η μεγαλόφωνη ανάγνωση έχει ενισχύσει τη σχέση του με το/α παιδί/ιά του.

Ποια βιβλία διαλέγουν για μεγαλόφωνη ανάγνωση και από πού τα προμηθεύονται;

Η επιλογή βιβλίου στις περισσότερες οικογένειες βασίζεται στις προτιμήσεις του παιδιού, σύμφωνα πάντα με τις απαντήσεις που έδωσαν οι συμμετέχοντες. Ακολουθούν η ηλικιακή καταλληλότητα του κειμένου, η εικονογράφηση και η εκπαιδευτική αξία. Η διαδικασία εύρεσης βιβλίων γίνεται με ξεφύλλισμα στο βιβλιοπωλείο, από συστάσεις φίλων και προτάσεις εκπαιδευτικών. Το διαδίκτυο για τις αγορές βιβλίων και τα λογοτεχνικά sites για τις επιλογές των βιβλίων κερδίζουν έδαφος, αλλά το φυσικό βιβλιοπωλείο παραμένει η βασική πηγή αγοράς.

Τα παιδιά, από την πλευρά τους, φαίνεται να επιλέγουν βιβλία μυθοπλασίας, fantasy, κόμικς και graphic novels, λογοτεχνικά είδη που κάποιες δεκαετίες πριν οι ενήλικες τα θεωρούσαν «μη σοβαρά». Σε ό,τι αφορά το κομμάτι της ανάγνωσης από την πλευρά των παιδιών, οι γονείς δηλώνουν πως η ανάγνωση κατέχει σημαντική θέση στην καθημερινότητα των οικογενειών τους και ότι οι γονείς λειτουργούν ως βασικά πρότυπα για τα παιδιά. Συγκεκριμένα, το 40,2% των παιδιών διαβάζει μόνο του συχνά, ενώ από το συγκεκριμένο δείγμα ενηλίκων, ένα 20% δηλώνει ότι τα παιδιά του δεν είναι ακόμα σε ηλικία που να έχουν κατακτήσει την ικανότητα της ανάγνωσης. Περισσότερο από 35% δηλώνει ότι το/α παιδί/ά του διαβάζει κάποιες φορές, σπάνια ή καθόλου. Από το 40,2% των παιδιών που διαβάζουν, το 40,8% αφιερώνει 1–2 ώρες την εβδομάδα στην ανάγνωση, το 25,9% από 3 έως 5 ώρες και σχεδόν το 10% (9,9%) περισσότερες από 6 ώρες την εβδομάδα. Οι αγαπημένες τους κατηγορίες βιβλίων είναι η μυθοπλασία, η λογοτεχνία του φανταστικού (fantasy), τα κόμικς, τα graphic novels, τα βιβλία γνώσεων, τα βιβλία που έχουν χιούμορ και η περιπέτεια.

Αντίστοιχα και οι γονείς εμφανίζουν έντονη αναγνωστική δραστηριότητα, καθώς το 20,2% διαβάζει καθημερινά, το 38,4% συχνά και το 19,6% μερικές φορές, ενώ μόνο το 3% δηλώνει ότι δε διαβάζει ποτέ για προσωπική ευχαρίστηση. Επιπλέον, το 65% όσων διαβάζουν, διαβάζει από 1 έως 10 βιβλία τον χρόνο (30,5% διαβάζει 1–3 βιβλία και 34,5% διαβάζει 4–10 βιβλία). Οι προτιμήσεις τους επικεντρώνονται στην ελληνική και μεταφρασμένη λογοτεχνία, την παιδική και εφηβική λογοτεχνία, τα αστυνομικά, τη λογοτεχνία του φανταστικού, τα δοκίμια και τα graphic novels. Η πλειονότητα των γονέων θεωρεί ότι οι δικές της αναγνωστικές συνήθειες επηρεάζουν σημαντικά τις αναγνωστικές επιλογές των παιδιών, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις κοινές προτιμήσεις που καταγράφονται μεταξύ των δύο ομάδων.

Το συμπέρασμα της έρευνας

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα της Κόκκινης Αλεπούς δεν είναι τόσο ότι οι Έλληνες γονείς διαβάζουν δυνατά στα παιδιά τους, όσο ότι οι γονείς που ήδη ενδιαφέρονται για το βιβλίο και την ανάγνωση θεωρούν τη μεγαλόφωνη ανάγνωση αναπόσπαστο κομμάτι της οικογενειακής ζωής και αναγνωρίζουν πολλαπλά οφέλη από αυτήν. Το δείγμα παρουσιάζει χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν από τον γενικό πληθυσμό: οι περισσότεροι συμμετέχοντες είναι γυναίκες (90,1%), υψηλού μορφωτικού επιπέδου (πάνω από 80% διαθέτουν πανεπιστημιακό ή μεταπτυχιακό τίτλο) και πιθανότατα αποτελούν αναγνώστες ή φίλους ενός λογοτεχνικού μέσου που απευθύνεται σε ανθρώπους με ήδη αυξημένο ενδιαφέρον για το βιβλίο. Αυτό εξηγεί και τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μεγαλόφωνης ανάγνωσης (96,3%) και την πολύ θετικη στάση απέναντι στο διάβασμα.

Παρόλα αυτά, ακόμη και μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα «φιλικό προς το βιβλίο» περιβάλλον που προέκυψε από την έρευνα, αναδεικνύεται ένα σημαντικό εύρημα: η μεγαλόφωνη ανάγνωση τείνει να σταματά όταν τα παιδιά αποκτήσουν αναγνωστική αυτονομία, συνήθως γύρω στα 8–10 χρόνια, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι γονείς αναγνωρίζουν ότι τα οφέλη της συνεχίζονται και αργότερα. Η έρευνα δείχνει επίσης ότι η έλλειψη χρόνου, η κούραση και ο ανταγωνισμός των οθονών αποτελούν βασικά εμπόδια, ακόμη και για οικογένειες που αγαπούν το διάβασμα.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι αναγνωστικές συνήθειες των γονέων και των παιδιών φαίνεται να συνδέονται στενά. Οι γονείς διαβάζουν συστηματικά, θεωρούν ότι επηρεάζουν τις επιλογές των παιδιών τους και οι προτιμήσεις των δύο ομάδων παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες (μυθοπλασία, φανταστικό, κόμικς, graphic novels).

Έτσι, παρότι η έρευνα δεν μπορεί να γενικευτεί και να πούμε ότι αντανακλά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, προσφέρει ισχυρές αποδείξεις ότι σε οικογένειες όπου το βιβλίο έχει ενεργή παρουσία, η μεγαλόφωνη ανάγνωση λειτουργεί ως μέσο ενίσχυσης της σχέσης γονέα-παιδιού και ως βασικός μηχανισμός καλλιέργειας της αναγνωστικής κουλτούρας.

Το κρίσιμο ερώτημα που αφήνει ανοιχτό η έρευνα είναι κατά πόσο αυτή η πρακτική συαντάται και σε οικογένειες που δεν έχουν ισχυρή σχέση με το βιβλίο. Η πρόκληση λοιπόν και για το “Διαβάζω Δυνατά“, την καμπάνια του περιοδικού “Κόκκινη Αλεπού”, αλλά και άλλων φορέων που ασχολούνται με το βιβλίο και την ανάγνωση και φυσικά της ίδιας της πολιτείας είναι να φτάσει η γνώση για τη μεγαλόφωνη ανάγνωση και για τα οφέλη της και σε εκείνες τις οικογένειες που το βιβλίο και η ανάγνωση για ψυχαγωγία δεν αποτελεί επίκεντρο των ενδιαφερόντων τους και αυτό δε σχετίζεται απαραίτητα μόνο με οικονομικοκοινωνικούς παράγοντες.

Μέχρι λοιπόν η μεγαλόφωνη ανάγνωση ως πρακτική να γίνει καθημερινή συνήθεια για το μεγαλύτερο ποσοστό των ελληνικών οικογενειών, αυτό που κρατάμε είναι πως ήδη σε αρκετά σπίτια, κάθε βράδυ, κάποιος γονιός ανοίγει ένα βιβλίο και αρχίζει να διαβάζει δυνατά στο παιδί ή τα παιδιά του. Και αυτό, για την ώρα, είναι ένα πολύ ενθαρρυντικό στοιχείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου