Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Doulgerakis v. Greece, αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό νομικό κείμενο που εκθέτει με γυμνό τρόπο τις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού δικαστικού συστήματος. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ομόφωνα ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο κατοχυρώνει τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Η ουσία της καταδίκης δεν έγκειται στην ίδια την απόφαση επί της επιμέλειας, αλλά στον υπέρμετρο χρόνο που χρειάστηκε το ελληνικό κράτος για να καταλήξει σε μια οριστική κρίση, μετατρέποντας μια οικογενειακή διαφορά σε μια επώδυνη δικαστική οδύσσεια επτά ετών.
Το ιστορικό μιας πολυετούς δικαστικής περιπλάνησης
Η υπόθεση έχει τις ρίζες της στον Αύγουστο του 2011, όταν ο Εμμανουήλ Δουλγεράκης και η τότε σύζυγός του οδηγήθηκαν σε διάσταση. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένας καταιγισμός δικαστικών ενεργειών στο Ηράκλειο της Κρήτης, με τον πατέρα και τη μητέρα να διεκδικούν την επιμέλεια των τριών ανήλικων παιδιών τους. Η κύρια δίκη ξεκίνησε επίσημα τον Νοέμβριο του 2011, όμως η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε μόλις το καλοκαίρι του 2016, δηλαδή μετά από τέσσερα χρόνια και οκτώ μήνες. Ακολούθησε η διαδικασία στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης και τελικά η αναίρεση στον Άρειο Πάγο, ο οποίος εξέδωσε την τελική του απόφαση τον Ιούλιο του 2018.
Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας έφτασε τα 6 χρόνια και 8 μήνες. Σε αυτό το διάστημα, οι ζωές των παιδιών και των γονέων τελούσαν υπό ένα καθεστώς διαρκούς δικαστικής εκκρεμότητας.
Οι ισχυρισμοί της Κυβέρνησης και η «απάντηση» του Στρασβούργου
Η ελληνική Κυβέρνηση, προσπαθώντας να αντικρούσει τις κατηγορίες, υποστήριξε ότι η υπόθεση ήταν αντικειμενικά περίπλοκη. Επικαλέστηκε τον μεγάλο αριθμό των εμπλεκόμενων παιδιών, τις συχνές αλλαγές στον τόπο διαμονής τους και την ανάγκη για εξειδικευμένες ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες που απαιτούσαν χρόνο. Επιπλέον, υποστήριξε ότι ο ίδιος ο πατέρας συνέβαλε εν μέρει στην καθυστέρηση μεταβάλλοντας τα αιτήματά του κατά τη διάρκεια της δίκης.
Ωστόσο, το ΕΔΔΑ απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς με αυστηρό ύφος. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι υποθέσεις επιμέλειας εμπεριέχουν πάντα μια δόση πολυπλοκότητας, αλλά υπογράμμισε ότι αυτό ακριβώς καθιστά την ανάγκη για «εξαιρετική επιμέλεια» από την πλευρά των αρχών ακόμη πιο επιτακτική. Το Στρασβούργο ξεκαθάρισε ότι η ευθύνη για την οργάνωση του δικαστικού συστήματος και την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων ανήκει αποκλειστικά στο κράτος, το οποίο οφείλει να διασφαλίζει ότι οι υποθέσεις που αφορούν ανηλίκους εκδικάζονται με απόλυτη προτεραιότητα.
Η αποτυχία της δικαστικής εποπτείας και το πρόβλημα των εμπειρογνωμόνων
Το πλέον αποκαλυπτικό τμήμα της απόφασης αφορά το «βατερλό» των δικαστικών πραγματογνωμοσυνών κατά την περίοδο 2013-2015. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το ελληνικό δικαστήριο έχασε εντελώς τον έλεγχο της επικοινωνίας με τους ειδικούς που το ίδιο είχε διορίσει. Συγκεκριμένα, ορίστηκαν διαδοχικά τέσσερις διαφορετικοί ψυχίατροι-παιδοψυχίατροι. Οι τρεις πρώτοι παραιτήθηκαν ο ένας μετά τον άλλον, επικαλούμενοι φόρτο εργασίας, αλλαγή έδρας ή έλλειψη συνεργασίας, χωρίς το δικαστήριο να παρέμβει ουσιαστικά.
Αυτή η περίοδος των δύο ετών, όπου η υπόθεση έμεινε «παγωμένη» περιμένοντας μια ιατρική έκθεση, κρίθηκε ως αδικαιολόγητη. Το ΕΔΔΑ τόνισε ότι το δικαστήριο δεν έθεσε ποτέ αυστηρές προθεσμίες στους πραγματογνώμονες, δεν επέβαλε τις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις για την καθυστέρηση και δεν αναζήτησε εναλλακτικούς τρόπους για να προχωρήσει η διαδικασία. Για το Στρασβούργο, η συμπεριφορά των πραγματογνωμόνων αντανακλά την αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί τις αποδείξεις και να προστατεύσει το δικαίωμα των διαδίκων σε μια δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου.
Η έννοια της «εξαιρετικής επιμέλειας» και οι συνέπειες του χρόνου
Η απόφαση Doulgerakis v. Greece αναπτύσσει περαιτέρω τη νομική θεωρία για την «εξαιρετική επιμέλεια» (exceptional diligence). Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στις οικογενειακές διαφορές, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Κάθε μήνας καθυστέρησης μπορεί να οδηγήσει στην αποξένωση ενός παιδιού από τον γονέα του ή στην παγίωση μιας κατάστασης που αργότερα το δικαστήριο θα διστάσει να αλλάξει, ακριβώς επειδή το παιδί έχει πλέον συνηθίσει στη νέα πραγματικότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, αν και ο πατέρας διατήρησε επαφή με τα παιδιά του, η αβεβαιότητα για το ποιος θα έχει την επιμέλεια και το πού θα ζουν τα παιδιά για σχεδόν επτά χρόνια, θεωρήθηκε από το ΕΔΔΑ ως μια δυσανάλογη επιβάρυνση στην οικογενειακή τους ζωή. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η υποχρέωση ταχύτητας ισχύει ακόμη και αν οι γονείς έχουν τακτική επικοινωνία, καθώς η εκκρεμοδικία δηλητηριάζει τις σχέσεις και εμποδίζει τον μακροχρόνιο προγραμματισμό της ζωής τους.
Πηγή: Νομική Βιβλιοθήκη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου