Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η συνεχής ανάγκη θαυμασμού, συμπάθειας και επιβεβαίωσης από τους άλλους

Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και συμπάθειας από τους άλλους είναι, στην ουσία, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως η γνώμη των άλλων για εμάς είναι σημαντικότερη και εγκυρότερη από αυτήν που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τον εαυτό μας.

Η κατασπατάληση χρόνου και ενέργειας, στην περίπτωση αυτή, είναι τεράστια, τα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα ανεπαρκή καθώς μόνο προσωρινή ανακούφιση παρέχουν…

Το πρώτο σημαντικό βήμα, για όσους νιώθουν έτσι, είναι η συνειδητοποίηση πως η αναζήτηση της συμπάθειας των άλλων δεν είναι μία ανάγκη αλλά μία επιθυμία. Όλοι μας νιώθουμε ικανοποίηση όταν εισπράττουμε το θαυμασμό, το χειροκρότημα ή τα θετικά σχόλια των άλλων, και αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Σε πρόβλημα μετατρέπεται όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό, όταν, δηλαδή, μετατρέπεται σε ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση, θλίψη και αυτοαμφισβήτηση.

Οι αποχρώσεις μιας τέτοιας ανάγκης είναι πολλές, αγγίζοντας τα όρια του τραγικού, όταν κάποιος αναζητά απεγνωσμένα τη συμπάθεια και επιβράβευση ΟΛΩΝ για οτιδήποτε κάνει. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μια πραγματική θυσία του εαυτού στο βωμό της γνώμης και των προτιμήσεων των άλλων. Πιστεύω πως, στην ομάδα αυτή, ανήκει ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών, γενικώς. Η ανάγκη τους για αποδοχή και συμπάθεια είναι απύθμενη και, χωρίς αυτά, θα ήσαν, στην κυριολεξία, άνεργοι. Για το λόγο αυτό, δεν μιλούν, συνηθέστατα, τη γλώσσα της αλήθειας αλλά λένε και υπόσχονται πράγματα, πέραν των πεποιθήσεών τους, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της συμπάθειας και εύνοιας αυτών στους οποίους απευθύνονται, δηλαδή, των μελλοντικών τους ψηφοφόρων.

Αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη στους πολιτικούς από τους περισσότερούς μας. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να την εντοπίσουμε στους εαυτούς μας, ιδίως εάν έχει γίνει στοιχείο του χαρακτήρα μας, δυσχεραίνοντας κατά πολύ τη δυνατότητα αυτοπαρατήρησής μας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απαλλαγής από αυτήν τη μέγγενη, πέραν της αυτογνωσίας και του εντοπισμού των αιτιών της, εντός μας.

Πρώιμα μηνύματα που οδηγούν το παιδί να αναζητά την επιβεβαίωση των άλλων

Πριν από λίγα χρόνια, περίμενα τη σειρά μου για να πληρώσω στο ταμείο ενός σούπερ-μάρκετ. Εμπρός μου, βρίσκονταν μία μητέρα με το πεντάχρονο, περίπου, και πολύ συμπαθητικό, φυσιογνωμικά, αγοράκι της. Η ταμίας του χαμογέλασε, λέγοντάς του πόσο γλυκό αγόρι είναι και ρωτώντας το εάν θέλει να του δώσει μία καραμέλα. Το αγοράκι στράφηκε τότε προς τη μητέρα του, ρωτώντας την: «Θέλω μια καραμέλα;» Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά, παρόλο που έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές ανάλογες συμπεριφορές, δηλαδή, παιδιά -ακόμα και ενήλικες- που ρωτούν τους γονείς τους -ή κάποιον άλλον ενήλικα- για το τι θα φάνε, με τι να παίξουν, με ποιους θα παίξουν, αν θα κοιμηθούν, τι θα φορέσουν κ.ά.

Υπάρχουν γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως κτήμα τους, θέλοντας να τα διαμορφώσουν κατά πως οι ίδιοι επιθυμούν, ως να επρόκειτο για τους εαυτούς τους. Γίνονται αδυσώπητοι κριτές τους και μπορεί να φθάνουν ακόμα και μέχρι του σημείου να απειλούν με απόσυρση της αγάπης τους («Η μαμά δεν σ΄αγαπάει αν δεν είσαι καλό παιδάκι» ή «Αν κάνεις έτσι, η μαμά θα πάρει άλλο παιδάκι» κ.τ.λ.) -όταν το παιδί προσπαθεί, ως δικαιούται, να υπερασπιστεί τα θέλω του- και υμνητές του, όταν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις»…

Ένα παιδί, με ανάλογες εμπειρίες, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί τον εαυτό του, σε βαθμό που να νιώθει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η σπίθα αυτονομίας που διεκδικούσε με τόση λαχτάρα ο αναδυόμενός του εαυτός σβήστηκε βίαια με πυροσβεστήρες αποδοκιμασιών, μομφών και αμφισβητήσεων.

Παράδειγμα: Το παιδί ρωτά τη μητέρα του τι ρούχα να φορέσει

Μητέρα: «Φόρεσε ότι θέλεις»
Παιδί: «Πως σου φαίνεται αυτό, μαμά;»
Μητέρα: «Όχι, παιδί μου! Θα βγεις έτσι έξω; Δεν ταιριάζει αυτή η μπλούζα με αυτό το παντελόνι. Πήγαινε και άλλαξε γρήγορα!».

Λίγες ημέρες αργότερα…

– «Τι να φορέσω μαμά;»
– «Μα σου είπα, φόρεσε ότι θέλεις! Γιατί συνέχεια πρέπει να με ρωτάς!»…

Κάπως έτσι αντιμετώπιζε την Κ. η μητέρα της. Καταξιωμένο άτομο, σήμερα, πολύ ευφυής και με μεγάλη επιστημονική και κοινωνική αναγνώριση. Ότι και αν κάνει, όσο πολύ και αν προσπαθεί, πάντα πιστεύει πως δεν είναι αρκετό, πως «δεν θα αρέσει», πως θα επικριθεί. Σχεδόν όλα της τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στις διάφορες εργασίες της για να είναι «τέλειες» ώστε να μην μπορεί κάποιος να της προσάψει το παραμικρό, νιώθοντας ταυτόχρονα τεράστιες ενοχές για το χρόνο που σχεδόν ποτέ δεν περίσσευε για τα παιδιά της που, συνήθως, τα επέπληττε ουρλιάζοντας όταν τη διέκοπταν από τη μελέτη της, θέλοντας να ζητήσουν ή να ρωτήσουν κάτι.

Στη θεραπεία της, κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη «μητέρα», αναφερόμενη στη μητέρα της, βούρκωνε ή έκλαιγε γοερά. Μόλις την περασμένη βδομάδα, ψέλλισε μέσα στο ασταμάτητο κλάμα της:
– «Ποτέ της δεν αναγνώρισε στο ελάχιστο ό,τι και αν έκανα, όσο σπουδαίο και αν ήταν αυτό. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, νόμιζα πως δεν με αγαπά για αυτό που είμαι»…

Πολλοί είναι οι γονείς που λειτουργούν ως τροχονόμοι και κριτές των επιλογών και της ζωής του παιδιού τους, θεωρώντας πως οι ίδιοι γνωρίζουν πάντα καλύτερα, ακόμα και τις ανάγκες του, και στερώντας του τη δυνατότητα να δοκιμάσει, να γνωρίσει και να αρχίσει να εμπιστεύεται τον εαυτό και τις δυνάμεις του. Το να γνωρίζει ο γονιός καλύτερα δεν σημαίνει πως πρέπει να υποκαθιστά και να ακυρώνει το παιδί. Ο ρόλος του είναι να φροντίζει για το «ευ ζην» του παιδιού του, δίνοντάς του σταδιακά, από την αρχή της ζωής, ολοένα και περισσότερο χώρο ώστε να εξελίξει τον αληθινό εαυτό και τις ιδιαίτερες δυνατότητές του. Να βρίσκεται, συνήθως, ένα βήμα πίσω από το παιδί και όχι ένα ή περισσότερα μπροστά, ανοίγοντάς του το δρόμο ως μπουλντόζα…

Πολλά είναι τα παιδιά εκείνα που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «εκπαιδεύονται» στο να γίνουν άτομα εξαρτημένα, τουλάχιστον, από τη γνώμη, την αποδοχή, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό των άλλων, και, αργότερα στη ζωή, ως ζωντανοί ετερόφωτοι αστέρες, να μοιάζει σαν να μην υπάρχουν αν δεν «φωτιστούν» από κάποιους άλλους…

Τα παιδιά, σχεδόν πάντα, αντιστέκονται

Τα περισσότερα παιδιά, όμως, αντιστέκονται, με το δικό τους τρόπο και τα μέσα που διαθέτουν, μπροστά σε αυτού του είδους την καλοπροαίρετη άσκηση βίας. Πόσοι είναι οι γονείς που συναινούν, για παράδειγμα, στην επιθυμία του τρίχρονου παιδιού τους να δοκιμάσει τον εαυτό του και λέει: «Μόνος», θέλοντας να βάλει χωρίς βοήθεια το μπουφάν του, το πρωί πριν την αναχώρηση για τον παιδικό σταθμό και όταν ο χρόνος πιέζει; Τα παιδιά δεν μπορούν, φυσικά, να τα βγάλουν πέρα με έναν ενήλικα που τόσο ανάγκη έχουν για τη φυσική και συναισθηματική τους επιβίωση, αντιδρούν, όμως, με τα δικά τους «όπλα» ώστε να διατηρήσουν ή να περισώσουν έστω και μια ψευδαίσθηση αυτονομίας. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να αρνούνται να φάνε το φαγητό τους, να καθίσουν στο γιο-γιο τους για την ανάγκη τους, να μην κοιμούνται κ. ά.

Με τι εφόδια θα αντιμετωπίσει ένα τέτοιο παιδί, εκτός σπιτιού, το αναπόφευκτο κάποια στιγμή ενδεχόμενο να χρειασθεί να αντιπαρατεθεί ή να συγκρουσθεί με άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενο τον εαυτό και την αξιοπρέπειά του; Πως θα μπορέσει να διαχειρισθεί μια σοβαρή συναισθηματική ματαίωση, φιλικής ή ερωτικής μορφής και τόσες άλλες καταστάσεις όπου ο γονιός δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι παρών;

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη του παιδιού για επιβεβαίωση, συμπάθεια, εκτίμηση και αποδοχή αλλά το να παρέχονται όλα αυτά από το γονιό ως επιβράβευση αποδεκτών σε αυτόν συμπεριφορών του παιδιού του. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η αυτοεκτίμηση του παιδιού να εξαρτάται από την επιδοκιμασία των άλλων αλλά από τη θετική εικόνα που το ίδιο έχει αποκτήσει για τον εαυτό του, έχοντας ενθαρρυνθεί -και όχι υποκατασταθεί- προς την κατεύθυνση αυτή από το άμεσό του περιβάλλον.

Ο ρόλος του σχολείου

Όλη η φιλοσοφία του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν ευνοεί μια πιο ελεύθερη σκέψη και διάθεση αυτονομίας, την κριτική ικανότητα και εμπιστοσύνη στις ίδιες δυνάμεις του παιδιού. Παπαγαλία, φροντιστήρια ή ιδιαίτερα, «προσαρμογή» στους κανόνες και τις απαιτήσεις της αγοράς κ.τ.λ. Μαθητές που δείχνουν τάσεις πιο αυτόνομης λειτουργίας και ελεύθερης σκέψης, που δεν λειτουργούν ενοχικά, που δεν έχουν μάθει να επιβεβαιώνονται μόνο όντας αρεστοί στους άλλους και που δεν «προσαρμόζονται» στις απαιτήσεις του σχολείου ή/και των εκπαιδευτικών, εύκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δύσκολα» «προβληματικά» ή «απροσάρμοστα» παιδιά.

Το σχολείο, ως οργανισμός, δεν αποδέχεται και δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά παιδιά που σκέφτονται πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα. Συχνά, σε πολλά σχολεία, ο δρόμος προς την «επιτυχία» περνά μέσα από την προσπάθεια απόκτησης της συμπάθειας του εκπαιδευτικού προσωπικού. Αυτό ήταν ακόμα πιο κραυγαλέο παλαιότερα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και στα πανεπιστήμια…

Επίλογος

Η ανάγκη επιβεβαίωσης αποτελεί πανανθρώπινη ανάγκη και παράγοντα που μπορεί να κάνει τη διαφορά στη ζωή του καθενός μας, αρκεί να μην δίνεται με ανταλλάγματα και προϋποθέσεις ξένες προς εμάς.

Η σημασία επιβεβαίωσης διαφαίνεται πολύ ανάγλυφα από αυτό που ισχύει σε μια φυλή της Αφρικής. Στη φυλή αυτή, η χειρότερη ποινή την οποία κάποιος μπορεί να εισπράξει δεν είναι φυλάκιση, εκτέλεση ή κάτι παρόμοιο. Το άτομο που υπέπεσε σε κάποιο βαρύ παράπτωμα μπορεί να συνεχίσει να ζει στο χωριό αλλά κανένας δεν το κοιτά, δεν του μιλά ή δεν κάνει κάτι που να υποδηλοί πως το άτομο αυτό υπάρχει. Τα άτομα που καταδικάστηκαν σε αυτού του είδους την ποινή πολύ συχνά αρρώσταιναν βαριά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και ορισμένα πέθαιναν εξαιτίας αυτής της παντελούς έλλειψης ανθρώπινης επιβεβαίωσης.

Ο σουηδός συγγραφέας Hjalmar Söderberg λέει χαρακτηριστικά (ελεύθερη μετάφραση): «Θέλουμε να αγαπηθούμε, αλλά ελλείψει αυτού να μας φοβούνται, ελλείψει αυτού να μας απεχθάνονται και να μας περιφρονούν. Έχουμε ανάγκη να προκαλούμε κάποιου είδους συναίσθημα στους ανθρώπους. Η ψυχή παγώνει στο κενό και αναζητά την επαφή με κάθε αντίτιμο».


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου