Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Η ελλιπής μητρική διατροφή επηρεάζει τον πλακούντα και το έμβρυο

Η διατροφή στην εγκυμοσύνη είναι ίσως από τα σημαντικότερα ζητήματα τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει τόσο η ίδια η εγκυμονούσα όσο και ο Γυναικολόγος της, με κύριο στόχο τη δημιουργία αποθεμάτων των κατάλληλων θρεπτικών ουσιών αφενός μεν για το έμβρυο και αφετέρου για την παραγωγή ενός πλούσιου σε θρεπτικά συστατικά μητρικού γάλακτος κατά το θηλασμό (ποιοτικό μητρικό γάλα).

Η λήψη σε καθημερινή βάση πολυβιταμινούχων συμπληρωμάτων διατροφής, συνιστώνται σ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αφού είναι σίγουρο ότι αφενός μεν η λήψη τους στη σωστή ποσότητα από τη διατροφή είναι εξαιρετικά απίθανη, αφετέρου δε βοηθά στην κάλυψη των αυξημένων αναγκών σε βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία και Ωμέγα-3 λιπαρά οξέα.

Το παραπάνω τόνισαν μεταξύ άλλων οι ομιλητές κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, με αφορμή επιστημονική εκδήλωση της Α’ Πανεπιστημιακής Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του ΓΝΑ «Αλεξάνδρα».

«Για όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά και του θηλασμού» επεσήμανε ο Μαουρίτζιο Μπινι, καθηγητής Μαιευτικής Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο και διευθυντής του Κέντρου Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής του Νοσοκομείου Niguarda Ca’ Granda, «πολλές είναι οι µεταβολές που υφίσταται ο οργανισµός της γυναίκας. Μία από αυτές είναι και η µεταβολή στις καθηµερινές ανάγκες σε βιταµίνες και μέταλλα. Στόχος των γυναικολόγων είναι να καλύψουν τις ανάγκες αυτές με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο».

Η μέλλουσα μητέρα δεν πρέπει απλά να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, αλλά και στις σωστές ποσότητες, καθώς η μητρική διατροφή αποτελεί το «βασικό παίκτη» για μια υγιή κύηση, αφού τα μακρο- και μικρο-διατροφικά στοιχεία αποτελούν άμεσο ρυθμιστή της σταθερότητας του DNA, επιδρούν δε και στη έκφραση των εμβρυϊκών γονιδίων και των γονιδίων του πλακούντα.

Η ενέργεια (μακρο-διατροφικά στοιχεία) και οι σχετικές ανάγκες της κατά την κύηση, ειδικά τους τελευταίους μήνες, είναι κατά περίπου 10% αυξημένες από ότι πριν την εγκυμοσύνη. Αντίθετα, οι ανάγκες σε βιταμίνες και μέταλλα (μικρο-διατροφικά στοιχεία) κατά την κύηση αυξάνονται σημαντικά. Για το λόγο αυτό οι εγκυμονούσες θα πρέπει να δίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην ποιότητα της διατροφής, αλλά και στη καθημερινή λήψη ενδεδειγμένων συμπληρωμάτων, όπου αυτό χρειάζεται.

Επιπλέον, σύμφωνα με κλινικές έρευνες, η χορήγηση κατά την κύηση και τον θηλασμό των ω-3 λιπαρών οξέων, όπως αυτά που περιέχονται, μεταξύ των άλλων συστατικών, σε εξειδικευμένα για την κύηση και τη γαλουχία πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής, μπορεί να έχει ευνοϊκές επιδράσεις στην ανάπτυξη των νοητικών λειτουργιών του παιδιού, ενώ ικανή πρόσληψη αυτών μειώνει και τη συχνότητα της επιλόχειας κατάθλιψης.

Τα πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής με εξειδικευμένη σύνθεση, όταν συστήνονται κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας, βοηθούν στην εμβρυϊκή αύξηση και ανάπτυξη, σε καλύτερη έκβαση της κύησης και στη βελτιστοποίηση της υγείας και της ευεξίας της γυναίκας. Τα οφέλη αφορούν τόσο στη μητέρα όσο και στο βρέφος (πρόληψη νόσων που συνδέονται με την κύηση, χαμηλότερος κίνδυνος επιπλοκών κατά τον τοκετό, υγιής ανάπτυξη και γέννηση ενός υγιούς, τελειόμηνου βρέφους). 

Επιπρόσθετα, μελέτες έχουν δείξει ότι αν η πρόσληψη από τη μητέρα βιταμινών και ιχνοστοιχείων κατά τη διάρκεια του θηλασμού είναι χαμηλή, είναι δυνατό να παρατηρηθεί ανεπάρκεια βιταμινών Α, Β1, Β6, C, D και Ε, βιοτίνης, φυλλικού οξέος και ιωδίου στο μωρό της. Η πτωχή διατροφή της μητέρας είναι δυνατό να προκαλέσει μείωση της συγκέντρωσης σημαντικών πρωτεϊνών του μητρικού γάλακτος που προστατεύουν το έμβρυο από λοιμώξεις. Κλινικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι τα πολυβιταμινούχα συμπληρώματα μπορούν να διασφαλίσουν την παραγωγή μητρικού γάλακτος υψηλής ποιότητας και να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της μητέρας σε θερμίδες και πρωτεΐνες.

«Η ελλιπής διατροφή κατά την κύηση», τόνισε ο καθηγητής Μαιευτικής Γυναικολογίας του ΕΚΠΑ, Δημήτρης Λουτράδης, «έχει ως αποτέλεσμα τη μη φυσιολογική διαμόρφωση και λειτουργία του πλακούντα και την ανεπαρκή παροχή όλων των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών και του οξυγόνου στο έμβρυο. Οι αρνητικές συνέπειες της ελλιπούς διατροφής συντελούν στην Υπολειπόμενη Ενδομήτρια Ανάπτυξη (IUGR) και εκδηλώνονται βραχυπρόθεσμα αμέσως μετά τη γέννηση, αλλά και μακροπρόθεσμα στην περιγεννητική περίοδο, την παιδική ηλικία και την ενήλικη ζωή».

Ως Υπολειπόμενη Ενδομήτρια Ανάπτυξη χαρακτηρίζεται η παθολογική κατάσταση, η οποία δεν επιτρέπει την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του εμβρύου, επηρεάζοντας το τελικό αποτέλεσμα της εγκυμοσύνης. Η επίπτωση της Υπολειπόμενης Ενδομήτριας Ανάπτυξης υπολογίζεται περίπου σε 5% στο γενικό πληθυσμό και αποτελεί τη 2η κύρια αιτία περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας ενώ σχετίζεται με υπολειπόμενη ανάπτυξη στην εφηβική και ενήλικη ζωή.

Κάθε μέλλουσα μητέρα πρέπει, λοιπόν, να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην τήρηση ειδικού διαιτολογίου που θα της συστήσει ο γυναικολόγος της, αλλά να ακολουθεί και τις συστάσεις των ειδικών για τη λήψη, όπου απαιτείται, των κατάλληλων για την εγκυμοσύνη πολυβιταμινούχων συμπληρωμάτων διατροφής. Στόχος όλων είναι να διασφαλιστούν οι ιδανικές συνθήκες για την ολοκλήρωση μιας όσο το δυνατόν καλύτερης εγκυμοσύνης και να δημιουργηθούν οι βάσεις για ένα υγιές μέλλον για το παιδί της κάθε γυναίκας.

Πηγή: health.in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου