Μια πρόσφατη απόφαση των εξεταστικών αρχών στην Αγγλία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία άνοιξε ξανά τη συζήτηση γύρω από τη σχέση που έχει η γλώσσα με τις κοινωνικές αλλαγές. Οι μαθητές που εξετάζονται στα γαλλικά, τα ισπανικά και τα γερμανικά μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν ουδέτερες ή συμπεριληπτικές ως προς το φύλο γλωσσικές μορφές χωρίς να τιμωρούνται βαθμολογικά, μια εξέλιξη που χαιρετίστηκε από ορισμένους αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις.
Η αλλαγή αφορά λέξεις και αντωνυμίες που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια σε ευρωπαϊκές γλώσσες, με στόχο να συμπεριλάβουν ανθρώπους οι οποίοι δεν αυτοπροσδιορίζονται αποκλειστικά ως άνδρες ή γυναίκες. Παρότι η χρήση τους δεν είναι υποχρεωτική, αρκετοί επικριτές υποστηρίζουν ότι πρόκειται για γλωσσικές μορφές που δεν έχουν ακόμη καθιερωθεί ευρέως.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τα γαλλικά, τα ισπανικά ή τα γερμανικά. Τα τελευταία χρόνια, αντίστοιχοι προβληματισμοί έχουν αναπτυχθεί και στην Ελλάδα γύρω από τη συμπεριληπτική γλώσσα, είτε μέσω γλωσσικών τύπων που αποφεύγουν τους έμφυλους αποκλεισμούς είτε μέσω νέων τρόπων αναφοράς σε διαφορετικές ταυτότητες φύλου. Αν και οι σχετικές συζητήσεις εξελίσσονται διαφορετικά λόγω της δομής της ελληνικής γλώσσας, το βασικό ερώτημα παραμένει κοινό: πρέπει η γλωσσική εκπαίδευση να ακολουθεί τις κοινωνικές αλλαγές ή να παραμένει προσκολλημένη στους παραδοσιακούς κανόνες;
Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Γλωσσολογίας Σάσα Στόλχανς σε άρθρο του στο The Conversation, το δίλημμα αυτό βασίζεται συχνά σε μια λανθασμένη αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας των γλωσσών. Όπως υποστηρίζει, οι γλώσσες δεν είναι αμετάβλητα συστήματα κανόνων, αλλά ζωντανά κοινωνικά φαινόμενα που εξελίσσονται διαρκώς μαζί με τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούν.
Οι γλώσσες δεν μένουν ποτέ ίδιες
Η γλωσσική έκφραση επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία, η κοινωνική ομάδα, η περιοχή όπου ζει κάποιος, η ταυτότητά του και το πλαίσιο μέσα στο οποίο επικοινωνεί. Ένας άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιεί διαφορετικό λεξιλόγιο σε μια επαγγελματική συνάντηση και διαφορετικό όταν συζητά με φίλους ή δημοσιεύει περιεχόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η συνεχής μεταβολή της γλώσσας γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη νεανική αργκό. Νέες λέξεις και εκφράσεις εμφανίζονται διαρκώς, ορισμένες από τις οποίες καταλήγουν να καταγράφονται ακόμη και σε επίσημα λεξικά. Ο Στόλχανς αναφέρει ως παράδειγμα την απόφαση του Cambridge Dictionary να συμπεριλάβει το 2025 όρους της Gen Ζ, όπως τα «skibidi», «delulu» και «rizz».
Το παράδειγμα αυτό οδηγεί σε ένα ευρύτερο ερώτημα: ποιος είναι ο ρόλος των λεξικών και της γλωσσικής εκπαίδευσης; Να καθορίζουν πώς πρέπει να χρησιμοποιείται μια γλώσσα ή να αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται στην πράξη;
Δύο προσεγγίσεις
Στη γλωσσολογία γίνεται διάκριση ανάμεσα στην κανονιστική και την περιγραφική προσέγγιση. Η πρώτη επικεντρώνεται στους κανόνες και σε ό,τι θεωρείται γλωσσικά ορθό, ενώ η δεύτερη παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πραγματικά τη γλώσσα, ακόμη κι όταν αυτός αποκλίνει από τα παραδοσιακά πρότυπα.
Στην εκπαίδευση, η κανονιστική προσέγγιση εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο. Οι εξετάσεις απαιτούν σαφή κριτήρια αξιολόγησης και οι μαθητές χρειάζονται ένα σταθερό πλαίσιο μάθησης, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται στα πρώτα στάδια εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας.
Παράλληλα, όμως, η πλήρης αγνόηση των σύγχρονων γλωσσικών εξελίξεων μπορεί να δημιουργήσει μια εικόνα που απέχει από την πραγματικότητα. Οι μαθητές δεν έρχονται σε επαφή μόνο με τη γλώσσα των σχολικών βιβλίων, αλλά και με εκείνη που συναντούν στις ταινίες, στη μουσική, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην καθημερινή επικοινωνία με φυσικούς ομιλητές.
Η γλώσσα ως έκφραση ταυτότητας
Κατά τον Στόλχανς, οι γλώσσες δεν αποτελούν απλώς εργαλεία επικοινωνίας. Είναι επίσης μέσα μέσω των οποίων οι άνθρωποι περιγράφουν τη ζωή τους, τις σχέσεις τους και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους.
Γι’ αυτό θεωρεί ότι η γλωσσική εκπαίδευση οφείλει να αντανακλά την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών. Η δυνατότητα χρήσης ουδέτερων ή συμπεριληπτικών γλωσσικών μορφών στις εξετάσεις δεν επιβάλλει στους μαθητές να τις χρησιμοποιήσουν, αλλά τους επιτρέπει να εκφραστούν με μεγαλύτερη ευελιξία εφόσον το επιθυμούν.
Όπως επισημαίνει, η συμπεριληπτική γλώσσα μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού περιβάλλοντος στο οποίο περισσότεροι μαθητές αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται και γίνονται σεβαστοί. Ταυτόχρονα, βοηθά το εκπαιδευτικό υλικό να αντανακλά πιο πιστά τις κοινωνικές πραγματικότητες που συναντούν οι νέοι σήμερα.
Μια συζήτηση που μόλις ξεκινά
Η συζήτηση γύρω από τις ουδέτερες αντωνυμίες δεν αφορά αποκλειστικά τη γραμματική. Αγγίζει ευρύτερα ζητήματα που σχετίζονται με την ταυτότητα, την εκπροσώπηση και τον τρόπο με τον οποίο οι γλώσσες προσαρμόζονται στις κοινωνικές αλλαγές.
Καθώς οι κοινωνίες μεταβάλλονται και νέοι τρόποι έκφρασης εμφανίζονται, η ισορροπία ανάμεσα στους καθιερωμένους κανόνες και στη ζωντανή χρήση της γλώσσας παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα για εκπαιδευτικούς, γλωσσολόγους και φορείς χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής.
Τελικά, ίσως ένα μάθημα γλώσσας που συνδυάζει τη γλωσσική ακρίβεια με τον πολιτισμικό πλουραλισμό και την επαφή με τις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις μπορεί να κάνει την εκμάθηση ξένων γλωσσών πιο ουσιαστική, πιο ρεαλιστική και πιο ελκυστική.
Πηγή: in.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου