Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Τη χαμένη αίγλη τους αποκτούν τρία ιστορικά σχολεία της Θεσσαλονίκης

Τη χαμένη αίγλη τους σε τρία ιστορικά σχολικά συγκροτήματα της πόλης επιδιώκει να προσδώσει ο δήμος Θεσσαλονίκης. Το κόστος για τις αναγκαίες μελέτες και τα έργα αποκατάστασης, το οποίο υπολογίζεται ότι θα αγγίξει τα 13,5 εκατ. ευρώ, αναμένεται να καλυφθεί μέσω της δανειοδότησης στην οποία σχεδιάζει να προχωρήσει ο κεντρικός δήμος από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Σε αυτή τη φάση από πλευράς δήμου Θεσσαλονίκης έχουν προκηρυχθεί τρεις διαγωνισμοί, ύψους περίπου 1,3 εκατ. ευρώ, οι οποίοι αφορούν την ανάθεση εκπόνησης των προβλεπόμενων μελετών. Η πρώτη μελέτη που θα εκπονηθεί έχει να κάνει με την ανάπλαση του διατηρητέου σχολείου της οδού Κριεζώτου, το οποίο επί σειρά ετών στέγαζε το θρυλικό πέμπτο γυμνάσιο αρρένων. Οι άλλες δύο μελέτες αφορούν τη στατική ενίσχυση και την ενεργειακή αναβάθμιση των σχολικών συγκροτημάτων της οδού Ικτίνου 5 και της οδού Συγγρού 31.

Ενεργειακή αναβάθμιση

Όπως εξήγησε ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων και Περιβάλλοντος Θανάσης Παππάς, στο πλαίσιο των δύο διαγωνισμών που βρίσκονται στον αέρα για την επιλογή των αναδόχων που θα εκπονήσουν τις μελέτες για τα σχολικά συγκροτήματα της Ικτίνου και της Συγγρού θα διερευνηθούν μεταξύ άλλων οι δυνατότητες ενεργειακής αναβάθμισης των συγκεκριμένων κτιρίων. Τα υφιστάμενα σχολικά κτίρια είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα, αφού είναι πολύ παλιά και δεν πληρούν τις σύγχρονες απαιτήσεις.

Ακόμη σύμφωνα με τις αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες οι διαγωνισμοί που έχουν προκηρυχθεί αποσκοπούν αφενός στην αποτίμηση του φέροντος οργανισμού των κτισμάτων στα δύο σχολικά συγκροτήματα έπειτα από επιτόπιες και εργαστηριακές διερευνητικές εργασίες, αφετέρου στην κατάρτιση ενός σχεδίου για τη στατική ενίσχυσή τους.

Στο συγκρότημα της Συγγρού

Ειδικά το σχολικό συγκρότημα της οδού Συγγρού, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει η διεύθυνση Αστικού Σχεδιασμού και Αρχιτεκτονικών Μελετών του δήμου Θεσσαλονίκης, υπέστη εκτεταμένες ζημίες από τους σεισμούς του 1978. «Μάλιστα κατά τον πρωτοβάθμιο έλεγχο το κτίριο κρίθηκε κατεδαφιστέο», επισημαίνουν οι αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες, προσθέτοντας ότι έπειτα από ακόμη τρεις ελέγχους «προέκυψε ότι ο φέρων οργανισμός δεν υπέστη βλάβες και αυτές αφορούσαν τον οργανισμό πλήρωσης», με αποτέλεσμα να αποφασιστεί εν τέλει η διατήρηση του διδακτηρίου.

Για την αποκατάσταση των ζημιών, τις οποίες είχε υποστεί το κτίριο από τους σεισμούς, είχε προκηρυχθεί εργολαβία το Μάιο του 1979 από την Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βορείου Ελλάδος (ΥΑΣΒΕ). Ωστόσο οι υπηρεσίες του δήμου Θεσσαλονίκης δεν στάθηκε δυνατό να επιβεβαιώσουν ότι τα έργα πράγματι εκτελέστηκαν. «Και τα σχέδια που βρέθηκαν είναι κατόψεις των κτιρίων του σχολείου, με υποτυπώδη αποτύπωση της μορφολογίας, χωρίς διαστάσεις και κατασκευαστικές λεπτομέρειες», αναφέρει χαρακτηριστικά η διεύθυνση Αστικού Σχεδιασμού και Αρχιτεκτονικών Μελετών.

Σύμφωνα με την ίδια υπηρεσία τον Ιανουάριο του 1980 προκηρύχθηκε και δεύτερη εργολαβία, η οποία αφορούσε ειδικά την επισκευή του υπόστεγου και της πύλης του τετάρτου γυμνασίου αρρένων, που στεγαζόταν στο συγκρότημα της οδού Ικτίνου. Τέσσερα χρόνια αργότερα το υπόστεγο γυμναστικής ανακατασκευάστηκε, ενώ στην πτέρυγα του σχολείου επί της οδού Επισκόπου Αμβροσίου προστέθηκαν επιπλέον τρεις αίθουσες.

Ήδη από το 2013 πολιτικοί μηχανικοί του δήμου Θεσσαλονίκης έπειτα από αυτοψία που πραγματοποίησαν διαπίστωσαν ότι η διερεύνηση της στατικής επάρκειας των κτισμάτων συνιστά επιτακτική ανάγκη. Εξάλλου λόγω της παλαιότητάς του το σχολικό συγκρότημα εμφανίζει πολλά προβλήματα αυξημένης υγρασίας ιδιαίτερα στους υπόγειους χώρους του.

Το σχολικό συγκρότημα, το οποίο βρίσκεται μεταξύ της Συγγρού, της Κρυστάλλη και της Επισκόπου Αμβροσίου, σήμερα στεγάζει το 4ο ΓΕΛ, το 4ο γυμνάσιο, το 55ο δημοτικό σχολείο και τα 35ο και 40ό νηπιαγωγεία. Το κτίριο κατασκευάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 στο πλαίσιο του προγράμματος ανέγερσης νέων σχολικών κτιρίων του μεσοπολέμου.

Το 2008 με απόφαση του υπουργού Πολιτισμού το γνωστό και ως σχολικό συγκρότημα Βαρδαρίου χαρακτηρίστηκε ως μνημείο, με το σκεπτικό ότι «αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα σχολικού κτιρίου της δεκαετίας του 1930, το οποίο εκφράζει τις αρχές του μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα και επομένως είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη μελέτη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Επίσης αποτελεί έργο του γνωστού αρχιτέκτονα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Θουκυδίδη Βαλεντή και είναι συνδεδεμένο με την ιστορία της εκπαίδευσης και τις μνήμες των κατοίκων της περιοχής».

Στο συγκρότημα της Ικτίνου

Ανάλογα προβλήματα λόγω της παλαιότητάς του εμφανίζει και το σχολικό συγκρότημα του δευτέρου γυμνασίου, το οποίο περικλείεται από τις οδούς Ικτίνου, Μακένζι Κινγκ, Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας. Σήμερα στους χώρους του στεγάζονται το 2ο γυμνάσιο και λύκειο, όπως και το 41ο δημοτικό σχολείο.

Το κτιριακό σύμπλεγμα, που είναι γνωστό και ως σχολικό συγκρότημα της Αγίας Σοφίας, θεμελιώθηκε το 1931. Όπως επισημαίνεται στο φάκελο του έργου, τον οποίο συνέταξε η διεύθυνση Αστικού Σχεδιασμού και Αρχιτεκτονικών Μελετών του δήμου Θεσσαλονίκης, το συγκεκριμένο συγκρότημα «σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών εκφράζει μαζί με άλλα κτίρια της εποχής του το ‘μοντέρνο κίνημα’ στα σχολικά κτίρια και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού προγράμματος της εποχής».

Το σχολικό συγκρότημα της οδού Ικτίνου ανεγέρθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Νικόλαου Μητσάκη, που τότε εργαζόταν στο υπουργείο Παιδείας. Σύμφωνα με τις αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες πρόκειται για έναν από τους εκπροσώπους του μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα, που σχεδίασαν αρκετά σχολικά κτίρια, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.

Το δεύτερο γυμνάσιο αρρένων, που στεγάστηκε στο κτίριο, ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Οκτώβριο του 1933. Από το 2008 το σχολικό συγκρότημα της οδού Ικτίνου είναι χαρακτηρισμένο μνημείο. Στη σχετική υπουργική απόφαση υπογραμμίζεται ότι το συγκρότημα αυτό «αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα σχολικού κτιρίου της δεκαετίας του 1930, το οποίο εκφράζει τις αρχές του μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα και επομένως είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη μελέτη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής».

Στο συγκρότημα της Κριεζώτου

Η τρίτη μελέτη που προκηρύχθηκε από πλευράς δήμου Θεσσαλονίκης αφορά την αποκατάσταση του διατηρητέου κτιρίου της οδού Κριεζώτου, όπου στεγαζόταν το θρυλικό πέμπτο γυμνάσιο αρρένων.

Στο οικόπεδο του πέμπτου γυμνασίου κατασκευάστηκε πρόσφατα καινούργια πτέρυγα με γενναία χρηματοδότηση μέσω του ΕΣΠΑ. Ωστόσο το διατηρητέο δεν κατέστη δυνατό να αποκατασταθεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εργολαβίας, καθώς διαπιστώθηκε ότι εμφάνιζε τόσο εκτεταμένα προβλήματα, ώστε να χρήζει ξεχωριστής αντιμετώπισης. Σύμφωνα με τις τεχνικές υπηρεσίες του δήμου Θεσσαλονίκης το κρίσιμο πρόβλημα του κτιρίου βρίσκεται στο ίδιο το υλικό κατασκευής του, καθώς χρησιμοποιήθηκε θαλάσσια άμμος ως συστατικό στοιχείο του σκυροδέματος.

Το διατηρητέο κτίριο της οδού Κριεζώτου κτίστηκε ως παρθεναγωγείο της Γαλλικής Λαϊκής Αποστολής μεταξύ των ετών 1936-1939 με σχέδια που στάλθηκαν από τη Γαλλία και υπογράφονται από τους αρχιτέκτονες A. Paul Leclerc και Α. Γραικό. Μέχρι το 1958 το εν λόγω κτίριο χρησιμοποιήθηκε για διάφορους σκοπούς, στεγάζοντας μεταξύ άλλων το Παρθεναγωγείο της Γαλλικής Λαϊκής Αποστολής, την Υπηρεσία Ξένων, το επιτελείο της στρατιάς της Καβάλας και στρατιωτικό νοσοκομείο. Tο 1959 το «Ταμείον Ανεγέρσεως Διδακτηρίων Θεσσαλονίκης» αγόρασε το κτίριο αυτό από τη Γαλλική Λαϊκή Αποστολή, με σκοπό να στεγαστεί το 5ο γυμνάσιο αρρένων Θεσσαλονίκης. Το 1987 το κτίριο χαρακτηρίστηκε έργο τέχνης με απόφαση του τότε υπουργού Πολιτισμού.

Της Βαρβάρας Ζούκα
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία» την Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου