Τους τελευταίους μήνες γίνεται σημαντική προσπάθεια να εδραιωθεί και στα ελληνικά γράμματα λογοτεχνία της αναπηρίας με τη συμβολή της Εταιρείας Λογοτεχνών, η οποία έχει θεσπίσει την επιτροπή «ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ: Συναντήσεις μέσα από τη λογοτεχνία με διάφορες κοινωνικές ομάδες». Η εν λόγω επιτροπή, που συντονίζει την προσπάθεια ενίσχυσης της συμπεριληπτικής κουλτούρας, έχει μέλη την Άννα Αφεντουλίδου, ποιήτρια, π. Σύμβουλο Ειδικής Αγωγής ΙΕΠ, τους ποιητές Σοφία Κολοτούρου, Μαρία Κουλούρη και Χρήστο Τουμανίδη, και τη Φωτεινή Τσαλίκογλου, συγγραφέα, Ομότιμη Καθηγήτρια Ψυχολογίας. Καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια όμως διαδραματίζει το stigmalogou.gr, το πρώτο και το μοναδικό έως τώρα ψηφιακό λογοτεχνικό περιοδικό που περιέχει διακριτή ενότητα Disability, όπου δημοσιεύονται ποιητικά και πεζογραφικά έργα που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη θεματική, αλλά και δοκίμια, εν είδει μιας διαρκούς, ανοιχτής ανθολογίας.
Η λογοτεχνία της αναπηρίας, μολονότι διακριτός άξονας της λογοτεχνίας του εξωτερικού (η περιώνυμη disability ή crip literature) εδώ και δεκαετίες, με την Αμερική μάλιστα να γιορτάζει τον Ιούλιο ως μήνα περηφάνιας για την αναπηρία (disability pride month) μετά την ψήφιση της Americans With Disabilities Act (ADΑ) το 1990, μέχρι τώρα δεν είχε αναφερθεί ούτε καν ως πιθανότητα στα ελληνικά γράμματα. Αυτό αντανακλάται και στην ακαδημαϊκή έρευνα με μόλις μία διδακτορική μελέτη να αφορά την ελληνική λογοτεχνία της αναπηρίας.[1]
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν πολλά ελληνικά μονοθεματικά λογοτεχνικά κείμενα με θέμα έστω μια σοβαρή νόσο και τα συναφή δείγματα είναι εν πολλοίς σκόρπια. Την αρχή φαίνεται ότι έκανε η δική μου ποιητική συλλογή ΣΚΠ (αρχικά για τη σκλήρυνση κατά πλάκας, από την οποία πάσχω) στις αρχές του 2024, η οποία ακολουθήθηκε λίγους μήνες μετά από τη συλλογή Φυγή ιδεών του Μανώλη Νανούρη με θέμα τη διπολική διαταραχή. Είναι λογικό ίσως να μην έχουν προκύψει ανάλογες συλλογές νωρίτερα, γιατί τα ταμπού που αφορούν τα θέματα νόσου και απώλειας υγείας είναι σοβαρά και το συνακόλουθο στίγμα μη αμελητέο, ωστόσο στην εποχή της αυτοαναφορικής γραφής μοιάζει ευκολότερο να μοιραστεί κάποιος κάτι τόσο προσωπικό.
Τις ποιητικές συλλογές ακολούθησε η οργάνωση ανθολογίας ποιητικών φωνών ανθρώπων που νοσούν, νόσησαν ή είναι ανάπηροι. Η ανθολογία συγκέντρωσε 27 φωνές, από τις οποίες αρκετές με ψυχική νόσο, και αναμένεται σύντομα από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Το προφανές σκεπτικό πίσω από τη συγκέντρωση των συγκεκριμένων ποιημάτων αφορά τη συγκρότηση ενός λογοτεχνικού σώματος που να θεμελιώνει την υπόθεση μιας ελληνικής ποίησης της αναπηρίας. Ωστόσο, το συγκεκριμένο εγχείρημα έχει πολλές προεκτάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες λειτουργούν σαν ένα ακόμη ισχυρό κοινωνικό κάτοπτρο.
Αρχικά, η προσωπική κατάθεση ή μαρτυρία ενός νοσούντος ατόμου είναι πολύ σημαντική, αν σκεφτούμε ότι τον λόγο για οτιδήποτε αφορά την αναπηρία έχουν κατά κανόνα άτομα που δεν είναι ανάπηρα τα ίδια και δεν νοσούν. Η άρθρωση φωνής από το ίδιο το νοσούν άτομο αποκτά έτσι προστιθέμενη αξία, κυρίως επειδή επιτρέπει μια άγνωστη εν πολλοίς οπτική: οι εμπειρίες των νοσούντων και των αναπήρων, αποκλίνουσες από την «κανονικότητα», δηλαδή την έλλειψη εμποδίων που αποτελεί την καθημερινότητα ενός υγιούς ανθρώπου, είναι εν πολλοίς άγνωστες αφού διάφορα ταμπού τις είχαν καταδικάσει στην αφάνεια. Αντιπροσωπεύουν λοιπόν κενά στη συλλογική συνείδηση, άρα έδαφος επί του οποίου μπορεί να ανθήσει η έλλειψη κατανόησης και ο ρατσισμός των «κανονικών» ανθρώπων ενάντια σε εκείνους που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Και εδώ είναι μία από τις σημασίες της λογοτεχνίας της αναπηρίας: έρχεται να γεμίσει αυτά τα κενά με λέξεις και εμπειρίες, αναδεικνύοντας τα αφάνταστα δεινά που αναγκάζονται να αντιμετωπίζουν τα εμποδιζόμενα άτομα, ιδίως στη χώρα μας.
Έπειτα, συνιστά μια ευκαιρία ο ανάπηρος/νοσών να ανταποδώσει το βλέμμα που του ρίχνουν οι άλλοι. Ο κόσμος κοιτά τους αναπήρους παθολογικοποιητικά, μετατρέποντάς τους σε αξιοθέατο ή αντικείμενο παρατήρησης που ενισχύει τη διάκριση «κανονικό/μη κανονικό» και επιτρέπει στους υγιείς την ταύτιση με το πρώτο[2]. Ο Καθηγητής Σπουδών Αναπηρίας, Bill Hughes, από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης[3] έχει διακρίνει τρία πρωταρχικά αισθήματα που ορίζουν το βλέμμα των άλλων πάνω στην αναπηρία: τον φόβο, τον οίκτο και την αηδία. Ο φόβος προέρχεται από την αναγκαστική αντιμετώπιση του ζητήματος της φθοράς της υγείας και άρα της θνητότητας που προκαλεί η θέα ενός ανάπηρου σώματος. Σε αυτή τη θέα, το υγιές σώμα παθαίνει σοκ ταυτότητας και, για να επιβιώσει, δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποκτηνώσει το αποκλίνον. Ο οίκτος κατόπιν είναι ένα κυριαρχικό συναίσθημα κορεσμένο από εγωισμό και ύβρη που συντηρεί την αίσθηση της υπαρξιακής ασφάλειας σε βάρος του αναπήρου, ο οποίος έτσι υποβιβάζεται σε υποκείμενο δυστυχίας. Όσο για την αηδία, αν ο οίκτος επιτάσσει τη βοήθεια προς τον ανάπηρο, αυτή επιτρέπει την κακομεταχείρισή του…
Η αναπηρία, περισσότερο από κατάσταση του σώματος, είναι κοινωνική κατασκευή με ρίζες απίστευτα βαθιές που εκτείνονται μέχρι την αρχαιότητα και πιο πίσω. Αρκεί ίσως να θυμίσουμε τον Καιάδα και την εμμονή με το κάλλος· τον χριστιανικό Μεσαίωνα που έφερε ηθικό διχασμό με την ανάδειξη της φιλανθρωπίας ως του τρόπου αντιμετώπισης των αναπήρων, οι οποίοι έτσι μετατράπηκαν σε όργανα λύτρωσης για τους υπολοίπους· την επέκταση των κοινωνικών υπηρεσιών της Δύσης στα απόνερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του χρέους που ένιωσαν οι Δυτικοί απέναντι στους πολυάριθμους στρατιώτες τους, οι οποίοι είχαν μείνει ανάπηροι. Μόνο που οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν προέβλεπαν παρά τον εγκλεισμό τους σε δομές αποκατάστασης ή κατ’ οίκον, υπό την επίβλεψη επαγγελματιών, την απόσυρσή τους δηλαδή από το συλλογικό βλέμμα. Μέχρι και σήμερα, το σώμα που νοσεί και πάσχει, που δεν μπορεί να είναι παραγωγικό έστω εξαιτίας του γήρατος και μόνο, αντιμετωπίζεται με κοινωνική απομόνωση και με λύσεις της αγοράς (προσθετικά μέλη, αμαξίδια, πατερίτσες, Π και μπαστούνια) που πωλούνται – η σχετική βιομηχανία ανθεί. Έτσι όμως χάνεται η σημαντική εμπειρία της παρουσίας του ανάπηρου σώματος στον δημόσιο χώρο και η πολύτιμη ευκαιρία κανονικοποίησής του…
Μια λογοτεχνία της αναπηρίας συμβάλλει στην ανατροπή του κυρίαρχου παραδείγματος, αμφισβητώντας το ιδεώδες της σωματικής τελειότητας (του αψεγάδιαστου, απόλυτα υγιούς, όμορφου σώματος) – στην πραγματικότητα, ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να ενσωματώσουν αυτό το ίνδαλμα. Το σώμα, διακηρύσσει, πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζεται σαν κάτι το στατικό αλλά, αντίθετα, να συλληφθεί σαν μια δυναμική και μεταβαλλόμενη, ντελεζιανή (Deleuze) τροπικότητα όλων των πιθανών πολλαπλοτήτων της σωματικής υλικότητας.
Επιπρόσθετα, μια λογοτεχνία της αναπηρίας μπορεί να συντελέσει στη διεύρυνση της έννοιας της αισθητικής. Όπως έχει γράψει ο Tobin Siebers,[4] η τέχνη διαμορφώνεται εκ νέου μέσα από τη συνάντησή της με την αναπηρία. Ήδη κινείται προς ένα νέο παράδειγμα που δεν ταυτίζει την αισθητική αποκλειστικά με το ωραίο και διαλαλεί πως ο πόνος, η ευαλωτότητα, ακόμη και η παραμόρφωση – οποιαδήποτε διαφορά αυτού του είδους – είναι εξίσου ικανά να παράγουν νόημα και συγκίνηση. Η σύγχρονη τέχνη ήδη κοιτά την αναπηρία ως κινητήρια δύναμη καλλιτεχνικής καινοτομίας. Είναι πολύ σημαντική αυτή η μετατόπιση, κυρίως επειδή η αισθητική ενέχει πολιτικά διακυβεύματα, συντελώντας στον καθορισμό εκείνων των ζωών που κρίνονται άξιες.
Έτσι και η λογοτεχνία της αναπηρίας μάς δίνει τη δυνατότητα να κοιτάξουμε την κοινωνία και το κατεστημένο και να αξιολογήσουμε εκ νέου τις αξίες που τα συγκροτούν – προσφέρει επομένως την ευκαιρία μιας αναστοχαστικής ματιάς στον ίδιο τον εαυτό μας, καθώς και την ευκαιρία της αλλαγής κατεύθυνσης με στόχο έναν καλύτερο, πιο συμπεριληπτικό και ανθρώπινο, κόσμο. Θα ήταν κρίμα να στερηθούμε αυτών των ευκαιριών στην Ελλάδα.
[1] Σταματία Παρασκευά (2021), «Η αναπαράσταση της αναπηρίας στη νεοελληνική πεζογραφία 1880-1940: Η περίπτωση των διαταραχών λόγου», διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Πατρών, ελεύθερα προσβάσιμη στον σύνδεσμο https://freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=50201&lang=el#p=2 (τελευταία πρόσβαση: 4.2.2026).
[2] Πρβλ.το βιβλίο της Rosemarie Garland Thomson (2009) Staring: How we look.
[3] Bill Hughes, «Εξετάζοντας κριτικά τα συναισθήματα στο φαντασιακό των μη ανάπηρων: Φόβος, οίκτος και αηδία», στο Nick Watson & Simo Vehmas (επιμ.), Σπουδές για την αναπηρία, Αθήνα: Τζιόλας, 2η έκδοση 2025.
[4] Στο βιβλίο του Disability Aesthetics (2010).
Πηγή: Creative Voices & Pages
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου