Η είδηση ότι καθηγήτρια γυμνασίου φίμωσε και έδεσε σε καρέκλα μαθητή, υποτίθεται για να τον συνετίσει, η καταγγελία των γονέων του στην εισαγγελία, η σύλληψή της και η πρωτόδικη καταδίκη της σε φυλάκιση δύο ετών με αναστολή, καθώς και η συνεπαγόμενη υποχρέωση της διοίκησης να τη θέσει σε διαθεσιμότητα έφεραν και πάλι στην επικαιρότητα το θέμα της ψυχικής υγείας των εκπαιδευτικών. Ένα ακόμα από τα προβλήματα της Εκπαίδευσης που «σέρνονται» για δεκαετίες, το συγκεκριμένο λόγω του σύνθετου χαρακτήρα του, αλλά κι επειδή η ψυχική ασθένεια συνεχίζει να αποτελεί ισχυρό ταμπού.
Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας αντέδρασε στα γεγονότα με τον διαχρονικά «παραδοσιακό» τρόπο: Διέταξε διοικητικά ΕΔΕ, γιατί σύμφωνα με μαρτυρίες η οικεία διεύθυνση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είχε από καιρό σχετικές καταγγελίες για την εμπλεκόμενη εκπαιδευτικό, χωρίς να αντιδράσει αναλόγως, ενώ με τη μέθοδο των διαρροών μας πληροφόρησε ότι υπάρχουν «σκέψεις» για μελλοντική νομοθετική «ρύθμιση» του ελέγχου της ψυχικής υγείας των εκπαιδευτικών.
Αποτελεί, βέβαια, κοινό τόπο ότι ο σχετικός έλεγχος σήμερα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος. Συνίσταται στην εφάπαξ προσκόμιση από τον εκπαιδευτικό «βεβαίωσης» ψυχικής υγείας, που χορηγείται από επιτροπή στα πλαίσια των απαιτούμενων υγειονομικών εξετάσεων για τον διορισμό του. Η διάρκεια όμως της εξέτασης δεν είναι παρά λίγα λεπτά και πραγματοποιείται απλά με τη «μέθοδο» υποβολής ερωτήσεων στον εξεταζόμενο. Μάλιστα, βεβαίωση οφείλουν να προσκομίζουν ετησίως και οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, οπότε -όπως θα περίμενε κάθε εχέφρων- στην περίπτωσή τους η «εξέταση» διαρκεί ακόμα και δευτερόλεπτα.
Σύμφωνα, με τις (επίσημες) διαρροές, η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, προτίθεται να ανασύρει σχετικό σχέδιο νόμου, που είχε διαμορφώσει κατά τη θητεία της ως υφυπουργός στο ίδιο υπουργείο. Αυτό, μάλιστα, θα προβλέπει πέρα από τον αρχικό ψυχιατρικό έλεγχο των εκπαιδευτικών και τον περιοδικό των μονίμων, πιθανώς ανά τριετία ή πενταετία, ενώ οι πληροφορίες για τις διαδικασίες που θα καθορίσει είναι περιορισμένες και αντιφατικές.
Εύλογα, λοιπόν, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, αν αυτός θα πραγματοποιείται από ιδιώτες ψυχιάτρους ή αποκλειστικά από ψυχιατρικά τμήματα δημόσιων νοσοκομείων. Μετά από μια ή περισσότερες συνεδρίες; Με τη βοήθεια εξειδικευμένων εργαλείων ανίχνευσης της προσωπικότητας (για παράδειγμα το ΜΜΡΙ -2 ), όπως γίνεται σε άλλες χώρες, ή αποκλειστικά με μια σύντομη συνέντευξη; Τι θα συμβαίνει, όταν διαπιστώνονται μείζονα ή ελάσσονα ψυχικά προβλήματα στους υποψήφιους για διορισμό εκπαιδευτικούς όσο και στους υπηρετούντες; Θα επιφέρει αναστολή διορισμού, προληπτική «απόσυρση» από το σχολικό περιβάλλον και παροχή ψυχολογικής υποστήριξης ή θα οδηγεί και πάλι στη «μετάταξη» του εκπαιδευτικού σε «άτυπο διοικητικό υπάλληλο», δηλαδή ό,τι γίνεται σήμερα; Γιατί με αφορμή τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις Σέρρες η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε ότι οι «αδυνατούντες», όπως χαρακτηρίζονται στην εκπαιδευτική αργκό όσοι εκπαιδευτικοί «αποσύρθηκαν» οικειοθελώς ή μη από την έδρα για λόγους ψυχικής υγείας, ανέρχονται ήδη σε 2.500!
Με δυο λόγια και μόνο να τεθούν οι επικεφαλίδες των ζητημάτων που συνδέονται με τον συστηματικό έλεγχο της ψυχικής υγείας των εκπαιδευτικών, τα ερωτήματα που εγείρονται προϊδεάζουν ότι οι απαντήσεις που οφείλει να δώσει ένα σχετικό σχέδιο νόμου είναι πολύ περισσότερες και σύνθετες απ’ όσο αρχικά φανταζόμαστε. Κι ας ληφθεί υπόψη ότι μέχρι τώρα δεν έχουμε τεθεί επί τάπητος δυο σοβαρότατα θέματα, που πιθανώς θα ακυρώσουν κάθε σχετικό εγχείρημα εν τη γενέσει: το κόστος του (δίκτυο, αμοιβές ειδικών, εργαλείων ελέγχου, απαιτούμενος χρόνος) κι το αν ως χώρα διαθέτουμε –έστω κατά προσέγγιση– τον αριθμό των εξειδικευμένων ψυχιάτρων/ πιστοποιημένων ψυχολόγων που απαιτούνται. Γιατί, αν είναι στις υπάρχουσες «βεβαιώσεις» ψυχικής υγείας να προσθέσουμε μια ακόμα που θα «χορηγείται» ανά πέντε χρόνια, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα απολύτως. Ιδιαίτερα, αν η ευθύνη προσκόμισής της βαραίνει τους εκπαιδευτικούς και χορηγείται από μονοπρόσωπο όργανο.
Ενδεχόμενες επιπτώσεις ουσιαστικής ρύθμισης
Επιπλέον, σε περίπτωση θεσμοθέτησης του περιοδικού ψυχιατρικού ελέγχου των εκπαιδευτικών, θα πρέπει να αναμένουμε ότι το ποσοστό των ήδη «αδυνατούντων» που ανέρχεται ήδη στο 1,5%, θα αυξηθεί. Γιατί υπολείπεται τουλάχιστον μία εκατοστιαίας μονάδας αυτού των ατόμων με σοβαρές ψυχικές ασθένειες (SMI) στον γενικό πληθυσμού σύμφωνα με τη WMHS(2,3-6,8%). Επιπροσθέτως, κάτι τέτοιο θα προξενήσει σειρά ηθικών, διοικητικών και παιδαγωγικών προβλημάτων, αφού ένας στοιχειώδης έστω ψυχιατρικός έλεγχος (σειρά συνεδριών, παροχή τεστ προσωπικότητας, σύνταξη πορίσματος και υπόδειξη τρόπων στήριξης του εξεταζόμενου) θα αναδείκνυε, πέρα από τα μείζονα, και ελάσσονα ψυχικά προβλήματα, που όμως σε συνθήκες ισχυρά στρεσογόνου περιβάλλοντος, όπως είναι η σχολική τάξη, επιβαρύνουν ταχύτατα και σημαντικά την ψυχική υγεία των εκπαιδευτικών. Σε αυτήν την περίπτωση, με ποια νομικά, διοικητικά και παιδαγωγικά εργαλεία μπορεί η διοίκηση είτε να αγνοήσει τις επιστημονικές προειδοποιήσεις, είτε να «αποσύρει προληπτικά» έναν εκπαιδευτικό από την τάξη και να τον καταστεί «ανενεργό» διδακτικά, σύμφωνα με την υπάρχουσα τακτική, αντί να του προσφέρει συστηματική ψυχολογική στήριξη με προοπτική επανόδου στο πραγματικό του έργο (π.χ. άδεια λόγω ψυχικής επιβάρυνσης, συστηματική ψυχοθεραπεία). Πόσο, μάλιστα, στις μέρες μας που σύμφωνα με όλες τις επιστημονικές ενδείξεις η σχολική τάξη αναδεικνύεται σε εξαιρετικά στρεσογόνο περιβάλλον και το burnoutσε σημαντικό πρόβλημα και των πλέον υγιών και φιλότιμων εκπαιδευτικών.
Είναι λοιπόν αρκετά εύκολο με διαρροές «να απαντάς» στα χρόνια προβλήματα που ταλανίζουν την εκπαίδευσή μας –κι ανάμεσά τους αυτό της ψυχικής υγείας των εκπαιδευτικών–- αλλά εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορίσεις ποιες διαστάσεις περιλαμβάνει οποιαδήποτε προσπάθεια αντιμετώπισής τους. Γι’ αυτό και πολλά ξεκινούν στην Εκπαίδευσή μας και σύντομα ναυαγούν στις πραγματικότητές της, μετά την αρχική τους εξαγγελία.
Υπάρχει εναλλακτική, πέρα των «βεβαιώσεων»;
Όπως είναι και εξαιρετικά δύσκολο να σκεφτεί κανείς εκτός του υπάρχοντος πλαισίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πέρα από την έκδοση των συνήθως πλήρως άχρηστων «βεβαιώσεων». Όμως, συμβαίνει σ’ άλλες χώρες (π.χ. σκανδιναβικές) όπου η ψυχική υγεία των εκπαιδευτικών αποτελεί πρόβλημα που απασχολεί πρωτίστως τους ίδιους, που ευαισθητοποιούνται σχετικά με συνεχή εξειδικευμένα σεμινάρια, καθώς και τις εποπτεύουσες αρχές και όργανα επαγγελματικής στήριξης και αξιολόγησής τους. Δηλαδή, τα στελέχη εκπαίδευσης, εκκινώντας από τους διευθυντές των σχολικών μονάδων που βρίσκονται δίπλα τους.
Στη χώρα, όμως, έχουμε απαξιώσει πλήρως τα στελέχη εκπαίδευσης εδώ και δεκαετίες. Ενισχύοντας σταθερά τις αρμοδιότητες και τελικά την ευθύνη (;) της πολιτικής διοίκησης του υπουργείου Παιδείας, έχουμε δημιουργήσει ένα πλήρως υδροκέφαλο, ισχυρά συγκεντρωτικό και αναποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα διοίκησης και εποπτείας των σχολείων μας «εκ του μακρόθεν».
Επιπλέον, ο ισχυρός κομματικός χαρακτήρας της διοίκησής μας και η πλήρης απουσία πραγματικής αξιολόγησης στελεχών και υλοποιούμενων πολιτικών υποκαθίστανται σταθερά από τη γεωμετρικά αυξανόμενη γραφειοκρατία, ενώ η συνεχής αλλαγή νομοθεσίας ματαιώνει οποιοδήποτε σχεδιασμό προσώπων και πολιτικών και η απουσία νομικού πλέγματος προστασίας των στελεχών μηδενίζει κάθε πιθανότητα ανάπτυξης πρωτοβουλιών και ευθύνης εκ μέρους τους. Ιδιαίτερα, σε ακανθώδη θέματα, όπως είναι αυτό της ψυχικής υγείας των συναδέλφων τους, όπου στην παραμικρή κίνησή τους καραδοκούν δικηγόροι και μηνύσεις.
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο ή μοναδική περίπτωση το γεγονός ότι η εμπλεκόμενη στο επεισόδιο εκπαιδευτικός που προκάλεσε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ήταν επίσης η διευθύντρια του σχολείου. Δηλαδή, είχε επιλεγεί μετά από πρόσφατη «αξιολόγηση» από ειδικό συμβούλιο στελεχών, ως η πλέον κατάλληλη ανάμεσα στους συνυποψηφίους της για να διοικεί σχολείο και να καθοδηγεί συναδέλφους της. Με βάση τα «τυπικά» προσόντα της βεβαίως, δηλαδή τα «μόρια» της από πτυχία και χρόνια υπηρεσίας και μια συνέντευξη ανάλογης «αξιοπιστίας» και διάρκειας αυτής που δίνουν σήμερα οι εκπαιδευτικοί για να λάβουν, «βεβαίωση» ψυχικής υγείας…
Η αδυναμία ελέγχου της ψυχικής υγείας ως κορυφή παγόβουνου
Με δυο λόγια: η αδυναμία έγκαιρου εντοπισμού, χειρισμού και υποστήριξης των εκπαιδευτικών που παρουσιάζουν μείζονα αλλά και περιοδικά, ελάσσονα ψυχικά προβλήματα δεκαετίες τώρα, προβλήματα που προκαλούν με τη σειρά τους κρίσεις στο σχολικό περιβάλλον με σοβαρές επιπτώσεις σε μαθητές, γονείς, συναδέλφους τους εκπαιδευτικούς αλλά και τους ίδιους, καθώς και η «αντιμετώπισή» τους με την πρακτική του παροπλισμού τους στα γραφεία εκπαίδευσης, καταδεικνύει για άλλη μια φορά την αποτυχία του συστήματος διοίκησης, καθοδήγησης και αξιολόγησης της Εκπαίδευσής μας και τις πολιτικές ευθύνες της κομματικοποίησής της.
Μάλιστα, ως «κοινό μυστικό» και ταυτόχρονα ταμπού δεν συζητιέται εύκολα και παραμένει στο μισοσκόταδο, καταστρέφοντας ζωές ανθρώπων και συχνά διαλύοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα τάξεις και σχολεία ολόκληρα, ως την εμβαλωματική, προσωρινή «αντιμετώπιση» των κρίσεων που δημιουργούνται δια της μεθόδους των «αποσύρσεων». Μέχρι, το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ να εντοπίσει την επόμενη περίπτωση που κάποιος εκπαιδευτικός θα φιμώσει και θα δέσει μαθητή στην καρέκλα για να εκκινήσουν και πάλι ΕΔΕ, που κανείς δεν θα μαθαίνει το αποτέλεσμά τους, και μέσω διαρροών να ανακοινωθεί «οριστική» νομοθετική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Νίκος Σαλτερής
Πηγή: Protagon.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου