Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα και μετά, οι κοινωνικοί επιστήμονες απέδιδαν μια σειρά από χρόνιες ψυχικές διαταραχές στη δυσλειτουργία της σχέσης ανάμεσα στα βρέφη και τις μητέρες τους, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως υπερπροστατευτικές, απορριπτικές, αυταρχικές ή αμφίθυμες.
Ωστόσο, μια ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια (Pennsylvania State University) διαπίστωσε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η πρώιμη γονεϊκή συμπεριφορά των πατέρων μπορεί να έχει μεγαλύτερη επίδραση στην υγεία των παιδιών.
Για μια μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Health Psychology, οι επιστήμονες εξέτασαν αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε βρέφη 10 μηνών, τους πατέρες τους και τις μητέρες τους και στη συνέχεια επανεξέτασαν τις οικογένειες όταν τα παιδιά ήταν 2 και 7 ετών.
Διαπίστωσαν ότι οι πατέρες που ήταν λιγότερο περιποιητικοί απέναντι στα παιδιά τους όταν αυτά ήταν 10 μηνών είχαν δυσκολίες στην από κοινού ανατροφή (co-parenting), αποσύρονταν ή ανταγωνίζονταν τις μητέρες για την προσοχή των παιδιών.
Και όταν τα παιδιά έφτασαν στην ηλικία των 7 ετών, εκείνα των οποίων οι πατέρες παρουσίαζαν αυτή τη συμπεριφορά είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν δείκτες κακής καρδιακής ή μεταβολικής υγείας, όπως φλεγμονή και υψηλό σάκχαρο στο αίμα.
Η συμπεριφορά των μητέρων δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα, δήλωσε ο δρ Alp Aytuglu, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.
«Φυσικά περιμέναμε ότι η οικογενειακή δυναμική, όλοι στην οικογένεια - πατέρες και μητέρες - θα επηρέαζαν την ανάπτυξη του παιδιού. Όμως σε αυτή την περίπτωση ήταν μόνο οι πατέρες», είπε ο δρ Aytuglu.
Υπάρχει άφθονα στοιχεία που δείχνει ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες με υψηλά επίπεδα στρες έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων υγείας όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης και η πρόωρη θνησιμότητα αργότερα στη ζωή.
Οι ερευνητές μπορούν να παρακολουθούν τα επίπεδα στρες μετρώντας δείκτες φλεγμονής, οι οποίοι ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα σε συνθήκες αντιξοότητας ή κατάθλιψης, ή μετρώντας τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, επειδή οι άνθρωποι εξελικτικά παράγουν ενέργεια όταν αντιμετωπίζουν κίνδυνο.
Ωστόσο, προηγούμενες έρευνες είχαν την τάση να επικεντρώνονται στο γονεϊκό στυλ ενός μόνο γονέα, συνήθως της μητέρας.
Για να κατανοήσουν καλύτερα τη δυναμική ολόκληρης της οικογένειας, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνιας εξέτασαν 18λεπτα βιντεοσκοπημένα στιγμιότυπα αλληλεπίδρασης μητέρας, πατέρα και παιδιού κατά τη διάρκεια παιχνιδιού σε δύο χρονικές στιγμές.
Οι άνδρες, σε σύγκριση με τις μητέρες, μπορούν πιο εύκολα να αποσυρθούν
Βαθμολόγησαν την ευαισθησία και το θετικό συναίσθημα των γονέων, καθώς και τη δυναμική της από κοινού ανατροφής, όπως η απόσυρση και ο ανταγωνισμός.
Αυτές οι συμπεριφορές εμφανίζονταν μερικές φορές όταν ο πατέρας προσπαθούσε να αποσπάσει την προσοχή του παιδιού από τη μητέρα, είπε ο δρ Aytuglu. «Μπορεί να μη κερδίσεις την προσοχή του παιδιού και αυτό να σε οδηγήσει σε απόσυρση. Κυρίως οι άνδρες, σε σύγκριση με τις μητέρες, μπορούν πιο εύκολα να αποσυρθούν όταν βλέπουν ότι δεν "κερδίζουν"».
Όταν τα παιδιά έγιναν 7 ετών, οι ερευνητές πήραν δείγματα αίματος από τα δάχτυλά τους για να μετρήσουν τέσσερις δείκτες φλεγμονής και μεταβολισμού. Από τα δεδομένα προέκυψαν δύο μικρές έως μέτριες συσχετίσεις: οι πατέρες που αλληλεπιδρούσαν με μεγαλύτερη ευαισθησία με τα μωρά τους ήταν καλύτεροι στην από κοινού ανατροφή και τα παιδιά των γονέων που συνεργάζονταν πιο εύκολα είχαν χαμηλότερα επίπεδα C-reactive protein (CRP) και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c).
Οι δείκτες αυτοί επηρεάζουν την υγεία σε βάθος χρόνου, υποδηλώνοντας ότι τα παιδιά αυτά ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για χρόνιες ασθένειες στη μέση ηλικία ή αργότερα.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο οι πατέρες έχουν σημασία και όχι οι μητέρες», δήλωσε η Hannah M.C. Schreier, αναπληρώτρια καθηγήτρια βιοσυμπεριφορικής υγείας στο Penn State και συγγραφέας της μελέτης. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η θετική εμπλοκή των πατέρων κατά τη βρεφική και νηπιακή ηλικία βελτιώνει την υγεία ολόκληρης της οικογένειας.
Για να εξηγήσουν το αποτέλεσμα αυτό, οι συγγραφείς παρουσίασαν την «υπόθεση ευαλωτότητας του πατέρα», σύμφωνα με την οποία οι πατέρες είναι ιδιαίτερα συναισθηματικά ευαίσθητοι στις εντάσεις μεταξύ των γονέων και μπορεί να συμπεριφέρονται με τρόπους που επηρεάζουν αρνητικά όλη την οικογένεια. Ο ρόλος του πατέρα, έγραψαν, «ενδέχεται να τον τοποθετεί μοναδικά ως δίαυλο του σχεσιακού στρες, διαμορφώνοντας τελικά την υγεία του παιδιού».
Μια άλλη εξήγηση είναι ότι τα παιδιά περνούσαν περισσότερο χρόνο μόνα με τις μητέρες τους και έτσι ήταν πιο ευαίσθητα στη συμπεριφορά των πατέρων όταν βρίσκονταν όλοι μαζί. Προγράμματα γονικής άδειας θα μπορούσαν να μειώσουν αυτή την ανισορροπία, επιτρέποντας και στους δύο γονείς να περνούν χρόνο με τα παιδιά τους σε πολύ μικρή ηλικία, είπε ο δρ Aytuglu.
«Είναι κάπως μια χαμένη ευκαιρία για τον γονέα που πρέπει να πάει να δουλέψει για να βγάλει χρήματα», είπε.
«Είναι μία μόνο μελέτη,αλλά πολλά υποσχόμενη»
Ο Greg Miller, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Northwestern, ο οποίος μελετά πώς το στρες επηρεάζει την υγεία, ανέφερε ότι προηγούμενες μελέτες «σχεδόν δεν εξέταζαν καθόλου τους πατέρες», επειδή συνήθως οι ερευνητές ζητούν από έναν μόνο γονέα να συνοδεύσει το παιδί στις εξετάσεις - συνήθως τη μητέρα.
Αυτό αντικατοπτρίζει μια μακροχρόνια παραδοχή στη βορειοαμερικανική ψυχολογία ότι «οι μητέρες είναι οι πιο καθοριστικές στη διαμόρφωση της ευημερίας των παιδιών», είπε. «Δεν γνωρίζουμε τον ρόλο των πατέρων επειδή δεν τους έχουμε μελετήσει».
Η γονεϊκή συμπεριφορά, είπε, είναι μόνο ένας από τους πολλούς παράγοντες που διαμορφώνουν την υγεία ενός ανθρώπου στην ενήλικη ζωή, μαζί με τη διατροφή και τη σωματική άσκηση. Οι γονείς μπορούν «να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον κοινωνικό κόσμο, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις και το στρες».
Οι ερευνητές θα πρέπει να δουν αν τα αποτελέσματα μπορούν να επαναληφθούν. «Είναι μία μόνο μελέτη, οπότε όλοι θέτουμε ερωτήματα, αλλά είναι σίγουρα ένα πολλά υποσχόμενο εύρημα», είπε.
Η Sarah Schoppe-Sullivan, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, που δεν συμμετείχε στη μελέτη, προειδοποίησε ότι η έρευνα ήταν συσχετιστική και δεν αποδεικνύει ότι η γονεϊκή συμπεριφορά προκάλεσε τα προβλήματα υγείας των παιδιών. Για παράδειγμα, είπε, ορισμένες οικογένειες μπορεί να μοιράζονται γενετικούς παράγοντες που τις προδιαθέτουν τόσο σε στρεσογόνες οικογενειακές σχέσεις όσο και σε καρδιακά προβλήματα.
«Οι άνθρωποι τείνουν να βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα για αιτίες και αποτελέσματα», είπε. «Υπάρχει κίνδυνος παρερμηνείας».
Σημείωσε επίσης ότι οι συμμετέχοντες στη μελέτη ήταν κυρίως λευκές, μεσαίας τάξης οικογένειες με δύο γονείς, γεγονός που δυσκολεύει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων σε πιο διαφορετικούς πληθυσμούς.
Παρ’ όλα αυτά, χαρακτήρισε τη μελέτη της οικογενειακής δυναμικής σε βάθος χρόνου ως «ιδιαίτερα δύσκολη» και τόνισε ότι είναι «εντυπωσιακό» το ότι βρέθηκε οποιαδήποτε στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στη γονεϊκή συμπεριφορά στη βρεφική ηλικία και τη σωματική υγεία στην ηλικία των 7 ετών.
Με πληροφορίες από The New York Times
Πηγή: LiFO
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου