Πώς μπορεί η μαγειρική να αποκαλύψει πτυχές της ταυτότητάς μας και να λειτουργήσει ως εργαλείο κοινωνικής συνοχής; Την απάντηση μάς τη δίνει το ντοκιμαντέρ «Η κουζίνα της Μπελβίλ», της Μαρίν Γκοτιέ, που προβλήθηκε (14/3) σε παγκόσμια πρεμιέρα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης (5-15/3/2025).
Στη Μπελβίλ, μία από τις πιο πολυπολιτισμικές γειτονιές του Παρισιού, κατοικούν άνθρωποι από περισσότερες από 90 εθνικότητες. Η ταινία γίνεται, λοιπόν, αφορμή για να ξεδιπλωθεί μία μοναδική ποικιλομορφία συνταγών από τη Βραζιλία, τη Ρουμανία, τη Γουινέα, την Τυνησία, την Αλγερία και το Περού.
Η Μαρίν Γκοτιέ μάς μεταφέρει σε μια τάξη πέμπτης δημοτικού, όπου μία νεαρή δασκάλα μετατρέπει την τάξη σε εργαστήριο γεύσεων και ιστοριών, χρησιμοποιώντας τη μαγειρική ως έναν δημιουργικό τρόπο για να φέρει τους μαθητές πιο κοντά.
Μέσα από οικογενειακές συνταγές, επισκέψεις σε εστιατόρια και συναντήσεις με σεφ, τα παιδιά μοιράζονται τις καταβολές τους, ανακαλύπτουν νέους πολιτισμούς και μαθαίνουν να ακούν ο ένας τον άλλον. Με αυτόν τον τρόπο, το φαγητό λειτουργεί ως κοινή γλώσσα, αλλά και ως αφορμή για να κατανοήσουν καλύτερα τις εμπειρίες των συμμαθητών τους.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Μαρίν Γκοτιέ μας μιλά για το πώς η μαγειρική μπορεί να λειτουργήσει ως μικρή αλλά ουσιαστική πράξη κοινωνικής συνοχής.
Η Μαρίν Γκοτιέ στο Cantina
Πώς ανακαλύψατε αρχικά την ιστορία της τάξης της Μαριόν και τι σας έκανε να αποφασίσετε ότι θα μπορούσε να γίνει ντοκιμαντέρ;
Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου επικεντρώνεται στην εκπαίδευση. Μια φίλη μου γνωρίζει ότι το θέμα αυτό με ενδιαφέρει πολύ, κι έτσι μια μέρα μού μίλησε για μια άλλη φίλη της που υλοποιούσε ένα πρόγραμμα γύρω από το φαγητό μέσα σε μια σχολική τάξη. Αμέσως μου κίνησε την προσοχή. Λίγο αργότερα γνώρισα τη Μαριόν και εκείνη με προσκάλεσε να επισκεφθώ την τάξη της.
Αυτό που με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή ήταν το πώς το φαγητό πυροδοτούσε τα λόγια και τα συναισθήματα των παιδιών. Δημιουργούσε μια μορφή οικειότητας που σπάνια βλέπει κανείς μέσα σε μια τάξη. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις τα παιδιά άρχισαν να μοιράζονται κομμάτια της προσωπικής τους ζωής και έτσι δημιουργήθηκε ένα ισχυρό αίσθημα αμοιβαίου σεβασμού και κατανόησης.
Το σχολείο έχει την ετικέτα REP+, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκεται σε μια περιοχή όπου οι κοινωνικές δυσκολίες είναι πιο έντονες και όπου πολλές οικογένειες προέρχονται από εργατικά στρώματα. Ωστόσο, επειδή πρόκειται για σχολείο REP+, οι τάξεις περιορίζονται σε περίπου 25 παιδιά, σε αντίθεση με τα περίπου 35 που υπάρχουν συνήθως σε μια κανονική τάξη. Αυτό μερικές φορές προσελκύει και γονείς από πιο προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, οι οποίοι προτιμούν μια μικρότερη τάξη με μεγαλύτερη ποικιλομορφία αντί για μια γεμάτη αίθουσα.
Ως αποτέλεσμα, οι διαφορές στο μαθησιακό επίπεδο μέσα σε αυτή την τάξη είναι πολύ μεγάλες. Σε κάποιο σημείο, η πρόκληση δεν αφορά πια μόνο τη διδασκαλία μαθηματικών ή γαλλικών. Γίνεται ζήτημα του να βοηθήσεις τα παιδιά να καταλάβουν ότι έχουν αξία, ότι μπορούν να συνυπάρχουν με τους άλλους και ότι έχουν μια θέση που τους ανήκει σε αυτή τη χώρα.
Για μένα, όλα τα στοιχεία για ένα ντοκιμαντέρ ήταν ήδη εκεί: μια απίστευτα αφοσιωμένη δασκάλα που κάνει πάντα κάτι παραπάνω για να επηρεάσει ουσιαστικά τους μαθητές της, 25 υπέροχα παιδιά από όλο τον κόσμο και, ανάμεσά τους, πιάτα γεμάτα νόστιμο φαγητό και τις ιστορίες που τα συνοδεύουν.
Στην ταινία η τάξη μετατρέπεται σε μια μικρή κουζίνα όπου τα παιδιά μοιράζονται οικογενειακές συνταγές. Ποια ιστορία πίσω από ένα πιάτο σας συγκίνησε περισσότερο;
Η Ζιζέλ, ένα κορίτσι από το Περού, έφερε ένα γλυκό που της είχε ετοιμάσει η οικογένειά της λίγο πριν φύγουν από τη χώρα τους. Στο Παρίσι η οικογένειά της ζει πλέον σε ένα κοινωνικό ξενοδοχείο, όπου δεν υπάρχει κουζίνα στο δωμάτιο και τις περισσότερες φορές τα γεύματά τους τα παρέχει μια οργάνωση. Η Ζιζέλ ήθελε πολύ να συμμετάσχει στο πρόγραμμα, όμως το να ετοιμάσει ένα γλυκό για 25 άτομα αποτελούσε πραγματικά μεγάλη οικονομική προσπάθεια για την οικογένειά της. Αυτή η γενναιοδωρία με συγκίνησε βαθιά.
Το γλυκό λέγεται mazamorra morada, ένα είδος πουτίγκας φρούτων φτιαγμένης από μωβ καλαμπόκι. Για να το ετοιμάσουν, η Ζιζέλ και η μητέρα της γύρισαν κυριολεκτικά από μαγαζί σε μαγαζί μέχρι να βρουν το μωβ καλαμπόκι που χρειάζονταν. Όταν τελικά δοκίμασε ξανά το γλυκό μέσα στην τάξη, η Ζιζέλ συγκινήθηκε πολύ, γιατί της θύμισε τη γεύση της πατρίδας της.
Μέσα από τις συνταγές των μαθητών ξεδιπλώνονται διαφορετικές κουλτούρες και καταγωγές. Πιστεύετε ότι το φαγητό μπορεί να αποκαλύψει πτυχές της ταυτότητάς μας που δύσκολα εκφράζονται με λόγια;
Απολύτως. Όπως γράφει σε ένα από τα βιβλία της η ανθρωπολόγος Λορένς Τιμπέρ, που εμφανίζεται και στο ντοκιμαντέρ, «χάνουμε τη γλώσσα μας πριν χάσουμε το φαγητό μας». Με αυτή την έννοια, το φαγητό γίνεται ένα από τα τελευταία προπύργια της ταυτότητάς μας, μια αντανάκλαση αυτού που πραγματικά είμαστε.
Οι συνταγές κουβαλούν μνήμες, οικογενειακές παραδόσεις και πολιτισμική ιστορία. Τα υλικά που επιλέγουμε, ο τρόπος που μαγειρεύουμε και τα πιάτα που μοιραζόμαστε αφηγούνται μια ιστορία για το από πού ερχόμαστε, για την παιδική μας ηλικία και για τους ανθρώπους που μας διαμόρφωσαν. Έτσι το φαγητό γίνεται μια μορφή αφήγησης: μεταφέρει συναισθήματα, αξίες και κληρονομιά χωρίς να χρειάζονται λέξεις. Όταν οι μαθητές μοιράζονται τις συνταγές τους, μοιράζονται ταυτόχρονα και ένα κομμάτι της προσωπικής και πολιτισμικής τους ταυτότητας.
Η Μπελβίλ είναι μία από τις πιο πολυπολιτισμικές γειτονιές του Παρισιού. Πώς αποτυπώνεται αυτή η γαστρονομική ποικιλία στην ταινία;
Στη Μπελβίλ ζουν άνθρωποι από περισσότερες από 90 εθνικότητες. Η ταινία δίνει μια γεύση αυτής της ποικιλομορφίας, παρουσιάζοντας πιάτα από τη Βραζιλία, τη Ρουμανία, τη Γουινέα, την Τυνησία, την Αλγερία και το Περού.
Πιστεύετε ότι η μαγειρική και το φαγητό μπορούν πραγματικά να λειτουργήσουν ως εργαλεία κοινωνικής συνοχής;
Ένα μέρος της κοινωνικής συνοχής προκύπτει από το να κατανοούμε τις πραγματικότητες των άλλων. Και αυτή η κατανόηση αποτελεί τη βάση του σεβασμού.
Πριν από δέκα χρόνια δίδασκα εθελοντικά γαλλικά σε έναν προσφυγικό καταυλισμό στο Καλαί, στη βόρεια Γαλλία. Κατά καιρούς, μερικοί συνάδελφοι κι εγώ καλούσαμε κατοίκους της περιοχής να επισκεφθούν τον καταυλισμό και να δουν το σχολείο, ώστε να σπάσουν κάποιες από τις προκαταλήψεις τους. Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, οι πρόσφυγες ετοίμασαν ένα γεύμα, και θυμάμαι έναν άντρα που ήταν πολύ αντίθετος στη μετανάστευση να συγκινείται βαθιά από ένα αφγανικό πιάτο που του προσφέραμε. Εκείνη η στιγμή μου έμεινε έντονα στη μνήμη, γιατί το μοίρασμα του φαγητού μπορεί να έχει ισχυρό συναισθηματικό αντίκτυπο.
Το να «γευτείς» τον πολιτισμό κάποιου άλλου είναι ένας από τους πιο απλούς τρόπους να δημιουργηθεί μια σύνδεση. Συμβολικά, το να μοιράζεσαι ένα γεύμα σημαίνει ότι μοιράζεσαι την ίδια «σάρκα» και αυτό είναι πολύ ισχυρό.
Τα γεύματα φέρνουν τους ανθρώπους κοντά και δημιουργούν χώρο για συζήτηση και σύνδεση. Ακόμη και ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες και καταβολές, το φαγητό καλλιεργεί την κατανόηση και την περιέργεια. Το να μαγειρεύεις μαζί ή να ανταλλάσσεις συνταγές ενθαρρύνει τη συνεργασία και τον σεβασμό προς τις παραδόσεις των άλλων. Με αυτόν τον τρόπο, το φαγητό μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα σε κοινότητες και να ενισχύσει τους κοινωνικούς δεσμούς.
Στο ντοκιμαντέρ τα παιδιά συναντούν σεφ και εξερευνούν τα εστιατόρια της γειτονιάς. Πόσο σημαντική είναι, κατά τη γνώμη σας, η επαφή των παιδιών με τον κόσμο της γαστρονομίας από μικρή ηλικία;
Στην πραγματικότητα, τα δύο εστιατόρια που επισκέπτονται δεν βρίσκονται στη Μπελβίλ αλλά σε μια πιο εύπορη περιοχή, στο 14ο διαμέρισμα του Παρισιού. Για τη δασκάλα ήταν σημαντικό να πάει τα παιδιά κάπου όπου τα περισσότερα από αυτά δεν θα μπορούσαν κανονικά να πάνε. Αυτή η κίνηση δίνει αξία στα παιδιά· τους δείχνει ότι έχουν σημασία. Η εμπειρία της υψηλής γαστρονομίας αποτελεί μέρος της γαλλικής κουλτούρας και θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να τη γνωρίσουν.
Οι δύο σεφ δεν επιλέχθηκαν τυχαία. Ο Μορί Σάκο, ένας από τους πιο γνωστούς σεφ της Γαλλίας, προέρχεται από φτωχή οικογένεια των προαστίων και είναι αφρικανικής καταγωγής. Ο Νορντίν Λαμπιάντ μετανάστευσε από την Τυνησία πριν από μερικές δεκαετίες. Η γνωριμία των παιδιών με αυτούς τους σεφ τούς προσφέρει πρότυπα: μπορούν να δουν ότι η επιτυχία στη γαστρονομία είναι εφικτή και για τα ίδια. Δεν είναι κάτι που ανήκει μόνο σε μια λευκή ελίτ, όπως ίσως πιστεύουν.
Η κουζίνα του Μορί Σάκο είναι ένα πάντρεμα αφρικανικών γεύσεων με ιαπωνικές τεχνικές, αντανακλώντας το προσωπικό του πάθος. Μοιράζεται με τα παιδιά την ιδέα της ελευθερίας στο να τιμάς τις ρίζες σου. Το να είσαι πιστός στην καταγωγή σου δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να κάνεις τις δικές σου επιλογές.
Ο Νορντίν Λαμπιάντ διευθύνει το εστιατόριο À mi-chemin, το οποίο συνδυάζει γεύσεις της Τυνησίας και της γαλλικής κουζίνας. Η προσέγγισή του είναι μια πρόσκληση προς τα παιδιά να δημιουργήσουν το δικό τους μονοπάτι και προσφέρει μια αισιόδοξη οπτική για τη μετανάστευση. Μπορείς να κάνεις τη Γαλλία μέρος του πεπρωμένου σου χωρίς να προδώσεις τις ρίζες σου. Η συνάντηση με αυτούς τους σεφ δίνει στα παιδιά δύναμη, έμπνευση και χαρά.
Υπήρξε κάποιο παιδί που ανακάλυψε μέσα από αυτή τη διαδικασία μια ιδιαίτερη σχέση με τη μαγειρική;
Ο Χάμζα! Πριν από αυτό το πρόγραμμα δεν είχε μαγειρέψει ποτέ, και η μητέρα του με ευχαριστεί κάθε μέρα γι’ αυτό! Ο Χάμζα είναι από τη φύση του πολύ περίεργος και το πρόγραμμα τού έδωσε έναν χώρο για να δείξει την ευαισθησία του και να ανοιχτεί πραγματικά. Ήταν ένα από τα παιδιά με το χαμηλότερο επίπεδο στα γαλλικά, ωστόσο προσπαθούσε πάντα πολύ και έκανε συνεχώς ερωτήσεις.
Η ώρα της μαγειρικής έγινε γι’ αυτόν ένας ασφαλής χώρος, όπου δεν υπήρχε επιτυχία ή αποτυχία. Όταν το μυαλό αισθάνεται ήρεμο, μπορεί να σκέφτεται και να μαθαίνει πιο ελεύθερα. Μέσα από αυτό το πρόγραμμα ο Χάμζα απέκτησε τη συνήθεια να ρωτά, ενώ παράλληλα ενισχύθηκε και ο δεσμός του με τη μητέρα του, καθώς άρχισε να τη ρωτά για οικογενειακές συνταγές που δεν είχε ποτέ αναζητήσει στο παρελθόν.
Ποιος είναι ο ρόλος της οικογενειακής συνταγής σε μια εποχή όπου οι κουζίνες του κόσμου αναμειγνύονται όλο και περισσότερο;
Θα παραθέσω τα λόγια του σεφ Μορί Σάκο, ο οποίος εμφανίζεται στην ταινία. Λέει: «Η παράδοση είναι σημαντική για να χτίσεις και να ορίσεις τον εαυτό σου, γιατί αν δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, είναι δύσκολο να ξέρουμε πού πηγαίνουμε και τι θέλουμε να κάνουμε». Νομίζω ότι οι οικογενειακές συνταγές παίζουν ακριβώς αυτόν τον ρόλο. Λειτουργούν σαν άγκυρες. Μας συνδέουν με τις ρίζες μας, τις αναμνήσεις μας και την πολιτισμική μας ταυτότητα, ακόμη και σε έναν κόσμο όπου οι κουζίνες αναμειγνύονται και εξελίσσονται συνεχώς.
Πίσω από κάθε οικογενειακή συνταγή υπάρχει μια ιστορία -η ιστορία μιας γιαγιάς, μιας μετανάστευσης, μιας γιορτής ή απλώς της καθημερινότητας γύρω από ένα τραπέζι. Αυτά τα πιάτα μεταφέρουν τις αξίες, τις κινήσεις και τη γνώση των προηγούμενων γενεών.
Ταυτόχρονα, η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό. Το να γνωρίζουμε από πού ερχόμαστε μάς δίνει στην πραγματικότητα την ελευθερία να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο. Όταν τα παιδιά μαθαίνουν τις οικογενειακές τους συνταγές, δεν αναπαράγουν απλώς το παρελθόν, αλλά κατανοούν την κληρονομιά τους και αποκτούν την αυτοπεποίθηση να χαράξουν τον δικό τους δρόμο.
Με αυτή την έννοια, οι οικογενειακές συνταγές είναι ταυτόχρονα μνήμη και αφετηρία, καθώς διατηρούν την ταυτότητα, επιτρέποντας παράλληλα σε νέες κουλτούρες και επιρροές να αναπτυχθούν.
Ποια είναι η δική σας προσωπική σχέση με τη μαγειρική; Υπάρχει κάποια οικογενειακή συνταγή που έχει ιδιαίτερη σημασία για εσάς;
Στην πραγματικότητα ανακάλυψα τον κόσμο της μαγειρικής αρκετά αργά στη ζωή μου, όταν ήμουν ήδη ενήλικη. Η μητέρα μου δούλευε πολύ και βασιζόταν κυρίως σε κατεψυγμένα γεύματα. Για πολύ καιρό, το μαγείρεμα σήμαινε απλώς να ανοίξεις την κατάψυξη και να ζεστάνεις κουτιά φαγητού.
Παρόλα αυτά, έβρισκε χρόνο να φτιάχνει ένα κέικ σιμιγδαλιού με σταφίδες, ένα πολύ απλό και νόστιμο γλυκό που συνόδευσε όλη την παιδική μου ηλικία. Ένα βράδυ, πριν από μερικά χρόνια, μέσα στη νοσταλγία, προσπάθησα να το φτιάξω κι εγώ, αλλά δεν μπόρεσα να αναπαράγω το ίδιο συναίσθημα. Ακολούθησα ακριβώς τη συνταγή, όμως στο τέλος βγήκε πολύ γλυκό και πολύ βαρύ. Ήταν απογοητευτικό.
Σήμερα, η μαγειρική έχει κυριολεκτικά γίνει για μένα μια φιλοσοφία ζωής. Η επιλογή καλών υλικών, η προσπάθεια να δημιουργήσεις αισθήσεις μέσα από μια συνταγή και το να μοιράζεσαι αυτές τις στιγμές με ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι είναι η απλή πολυτέλεια που θέλω στη ζωή μου.
Πηγή: cantina.protothema
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου