Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Πώς τα ελληνικά σχολεία έγιναν τόσο άκυρα;

5 φιλότιμοι εκπαιδευτικοί, από δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο, μιλούν στην Κορίνα Φαρμακόρη για τον συχνά μάταιο αγώνα τους με ένα χρεοκοπημένο σύστημα. 

Το Lifo.gr συνάντησε πέντε εκπαιδευτικούς που διδάσκουν στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και στο λύκειο, συζήτησε μαζί τους για τη σημερινή κατάσταση στα σχολεία και μοιράστηκε τις σκέψεις τους για την εκπαίδευση στην Ελλάδα και το μέλλον της. 

«Η κοινωνία, κυρίως όσον αφορά το λύκειο, δεν περιμένει τίποτε από το σχολείο»
Ο Α. εργάζεται οκτώ χρόνια ως αναπληρωτής καθηγητής. Φέτος διδάσκει σε τέσσερα λύκεια της Αθήνας 

«Αν με ρωτούσε κάποιος τι μου κάνει πιο μεγάλη εντύπωση στο σημερινό σχολείο, θα έλεγα το πόσο μακριά είναι από την κοινωνία. Πρόκειται για ένα σχολείο τελείως απομονωμένο, ο κοινωνικός του ρόλος είναι εντελώς υποβαθμισμένος και υποβαθμίζεται ακόμα περισσότερο από την αδιαφορία των γονιών. Μου κάνει φοβερή εντύπωση το ότι οι γονείς δεν έρχονται στο σχολείο, δεν ρωτάνε για τα παιδιά τους. Πίστευα ότι αυτό συμβαίνει στα λύκεια, γιατί εκεί διδάσκω κυρίως, αλλά και στο γυμνάσιο όταν πήγα, υπήρχε η ίδια αντιμετώπιση. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί που έρχονται και ρωτάνε είναι οι γονείς των παιδιών που δεν χρειάζεται, που είναι καλοί μαθητές. Αυτή είναι μια μεγάλη αντίφαση – οι γονείς που τα παιδιά τους αντιμετωπίζουν μαθησιακά ή άλλα προβλήματα απουσιάζουν από το σχολείο. Από την άλλη, ενώ έχουμε ως κοινωνία την απαίτηση για ένα καλύτερο σχολείο, αδιαφορούμε για το υπάρχον. Πώς φαντάζεται κανείς ότι θα φτάσουμε σε ένα νέο σχολείο, θα γκρεμίσουμε αυτό και θα φτιάξουμε ένα καινούργιο; Το σχολείο που υπάρχει είναι που χρειάζεται βελτίωση και υποστήριξη και πρέπει να γίνει ένα κομμάτι της κοινωνίας – αυτό είναι που απουσιάζει. Αυτή είναι η πρώτη μου σκέψη, από εκεί πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι φέτος, σε λύκειο στο οποίο διδάσκω, ο φυσικός ήρθε στις 18 Νοεμβρίου και ενώ η απαίτηση για καθηγητή μαθήματος που εξετάζεται στις Πανελλήνιες είναι μεγαλύτερη, δεν διαμαρτυρόταν κανένας. Τη λύση την αναζητούν όλοι εκτός σχολείου – δεν έχουμε καθηγητή, θα πάμε το παιδί μας σε ένα φροντιστήριο. Η κοινωνία, κυρίως όσον αφορά το λύκειο, δεν περιμένει τίποτε από το σχολείο. Το κρίσιμο είναι ότι σήμερα από το σχολείο δεν αναζητάμε δεξιότητες ούτε άλλα πράγματα, ζητάμε μόνο τη γνώση και, για την ακρίβεια, τη χρηστική γνώση, γι’ αυτό και τα παιδιά αδιαφορούν για τα μαθήματα που θεωρούν ότι δεν θα τους χρειαστούν, που δεν θα τα “εξαργυρώσουν”. Ξεκινάνε το σχολείο γεμάτα περιέργεια και μέχρι να φτάσουν στο λύκειο έχουν μετατραπεί σε παθητικούς δέκτες. Όταν μπαίνεις ως καθηγητής στη Γ’ Λυκείου να διδάξεις μαθήματα κατεύθυνσης, νιώθεις ακυρωμένος. Έχεις από κάτω ένα κοινό που γνωρίζει ήδη την ύλη από το φροντιστήριο και δεν περιμένει από σένα τίποτα, σοκάρεσαι. Πρέπει να κάνεις τρικ για να κερδίσεις το ενδιαφέρον λίγων, αυτών που δεν έχουν απαξιώσει τη γνώση στο σύνολό της. Να σημειώσω εδώ και την ανάγκη να υπάρχει επιμόρφωση των εκπαιδευτικών». 

«Ο εκπαιδευτικός νιώθει έρημος, παλεύει μόνος του, χωρίς υποστήριξη. Εγώ διδάσκω σε τέσσερα σχολεία και πολλές φορές πρέπει να προλάβω να μετακινηθώ από το ένα σχολείο στο άλλο κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. Είναι δυνατόν να προλάβω να γνωρίσω τους μαθητές, να ενταχθώ στη σχολική ζωή και να διδάξω το μάθημά μου με άρτιο τρόπο; Δεν είναι λογικό να αντιμετωπίζονται οι εκπαιδευτικοί ως κούριερ που διαθέτουν μηχανή για μετακινήσεις. Υπάρχει ένα πρόγραμμα σπουδών και αυτοί που το σχεδιάζουν, κατά τη γνώμη μου, έχουν πολύ μικρή σχέση με την πραγματικότητα των σχολείων. Είναι και κάτι άλλο που με απασχολεί. Αναρωτιέμαι τι είδους προσωπικότητες διαμορφώνουν τα παιδιά που ασχολούνται αποκλειστικά με τα μαθήματα στα οποία θα εξεταστούν στη Γ’ Λυκείου. Είναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι; Πώς οι γονείς συναινούν σε τέτοιου είδους αντιμετώπιση της γνώσης; Προστιθέμενη αξία δεν είναι μια συγκεκριμένη γνώση, είναι η ικανότητα που θα αποκτήσει ένα παιδί να διαχειρίζεται τη γνώση, να την επεξεργάζεται. Η εξειδίκευση μας κάνει μονόχνοτους, πρέπει να απλώσουμε τη γνώση. Όποτε διδάσκω μια καινούργια ενότητα, λέω στα παιδιά να δουν τη μεγάλη εικόνα. Η μεγάλη εικόνα χάνεται και επικεντρωνόμαστε στις λεπτομέρειες. Τα παιδιά, όσο μεγαλώνουν, δεν αγαπάνε το σχολείο και ιδιαίτερα στο λύκειο το θεωρούν χαμένο χρόνο. Είμαστε ενήλικες, και όμως, αν μας βάλουν σε μια καρέκλα να μας μιλάει κάποιος για επτά ώρες, θα αυτοαναφλεγούμε! Αυτό, ωστόσο, θέλουμε να κάνουν τα παιδιά μας. Το σχολείο είναι σαν θάλαμος αποστείρωσης, δεν έχει επαφή με την πραγματική κοινωνία. Όσες προσπάθειες έχουν γίνει να αλλάξει η κατάσταση έχουν πέσει στο κενό. Το σύστημα έχει μεγάλη αδράνεια. Οποιαδήποτε μεταρρύθμιση χρειάζεται χρόνο και στην Ελλάδα δεν έχουμε δώσει ποτέ χρόνο στις μεταρρυθμίσεις. Πιστεύω ότι για να πετύχει μια μεταρρύθμιση, πρέπει να ορίσουμε το είδος του σχολείου που θέλουμε, ένα σχολείο που να ταιριάζει με την ελληνική πραγματικότητα και να αφορά την κοινωνία. Μέχρι στιγμής, ό,τι μεταρρύθμιση έχει γίνει αφορά στην ουσία το εξεταστικό σύστημα και όχι το σχολείο στο σύνολό του. Το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι τι εξετάσεις θέλουμε να έχουμε, αλλά τι σχολείο».

«Για να επιλέξει κανείς να διδάξει πρέπει να το αγαπά, δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα για βιοπορισμό»
Η Γ. είναι δασκάλα. Έχει εργαστεί τόσο στην επαρχία όσο και στην Αττική 

«Φοβάμαι ότι οι γονείς έχουν απογοητευτεί και έχουν απαξιώσει την εκπαίδευση και το σχολείο και αυτό έχει μεταφερθεί και στα παιδιά. Τα παιδιά ξεκινάνε με όρεξη το σχολείο όταν έρχονται στο δημοτικό, στην πορεία όμως τους πέφτουν τα φτερά. Βλέπεις ότι στις πρώτες τάξεις του δημοτικού έρχονται με χαρά, προχωρώντας όμως, και ειδικά στο λύκειο, έχουν απαξιώσει το σχολείο εντελώς. Πιστεύω ότι φταίει το γενικότερο σύστημα: η ύλη, τα πολλά πράγματα με τα οποία βομβαρδίζουμε τα παιδιά, η απουσία καλλιέργειας δεξιοτήτων, η έλλειψη της δυνατότητας να ελιχθεί ο εκπαιδευτικός, ο οποίος λειτουργεί σε ασφυκτικό πλαίσιο. Η κρίση έχει δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα με τις περικοπές των μισθών, ωστόσο πιστεύω ότι για να επιλέξει κανείς να διδάξει πρέπει να το αγαπά, δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα για βιοπορισμό. Στο δημοτικό η ύλη είναι πάρα πολύ μεγάλη από τις πρώτες τάξεις και δεν σου αφήνει περιθώρια να κάνεις άλλα πράγματα, να αναδείξεις τις δεξιότητες και τις ικανότητες των παιδιών. Εμείς, οι δάσκαλοι της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, “πατάμε” στις δεξιότητες κάποιες φορές, ειδικά στην περίπτωση των μαθητών των πιο δύσκολων, για να τους ανεβάσουμε το ηθικό εκεί που δεν τα καταφέρνουν. Έτσι, ανυψώνονται στα μάτια των συμμαθητών, νιώθουν καλύτερα και ίσως μπορέσουν να ανταποκριθούν και στα μαθήματα που τους δυσκολεύουν. Η ύλη όμως μας πιέζει πολύ, δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος και κάποιες φορές τα βιβλία που έχουμε δεν είναι κατάλληλα, είναι κακογραμμένα και δυσνόητα και δυσκολεύουν το έργο μας»

«Πολλές φορές, μάλιστα, έχω νιώσει ότι τα βιβλία απευθύνονται σε παιδιά που ζουν στην Αθήνα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τα παιδιά της επαρχίας. Επειδή η ύλη είναι τεράστια, το ερώτημα είναι τι μένει στο τέλος στο παιδί. Αν μιλήσω και ως γονιός που έχει ένα παιδί στο γυμνάσιο και ένα στο λύκειο, δυστυχώς βλέπω ότι τα παιδιά δεν θυμούνται αυτά που έμαθαν στο δημοτικό, δεν έχουν εμπεδώσει τίποτα. Η ύλη πρέπει να είναι επικεντρωμένη σε βασικά πράγματα που πρέπει να μάθουν τα παιδιά, ώστε να τα μάθουν ουσιαστικά. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των αγγλικών, τα οποία διδάσκονται για τουλάχιστον οκτώ χρόνια, χωρίς ωστόσο να παίρνουν τα παιδιά κάποια επίσημη πιστοποίηση. Τα δημοτικά που λειτουργούν σύμφωνα με το Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα είναι κατά τη γνώμη μου μια καλή προσπάθεια, δεν λειτουργούν όμως σωστά, γιατί δεν έχουν στελεχωθεί επαρκώς. Από την άλλη, υπάρχει μια ανισότητα σε σχέση με τους μαθητές που παρακολουθούν το δημοτικό στην παραδοσιακή του μορφή, δηλαδή δεν ξεκινούν τα παιδιά από κοινή βάση. Θεωρώ, τέλος, ότι θα ήταν καλύτερο ένα σχολείο χωρίς βαθμούς, εκεί χάνεται το παιχνίδι. Στις μικρές τάξεις του δημοτικού, που δεν υπάρχει βαθμολογία, τα παιδιά έρχονται για να μάθουν και το λάθος που μπορεί να κάνουν το θεωρούν κομμάτι της διαδικασίας. Στις πιο μεγάλες τάξεις αρχίζει το κυνήγι του βαθμού και εκτός από τη χαρά της μάθησης, χάνεται και η συνεργασία ανάμεσα στους μαθητές». 

Το ίδιο το εξεταστικό σύστημα ακυρώνει τον ρόλο του σχολείου 
Ο Μ. είναι μόνιμος καθηγητής. Διδάσκει σε γυμνάσιο 

«Όσο μεγαλώνει το παιδί, ο ρόλος του σχολείου συρρικνώνεται. Όταν τα παιδιά ξεκινάνε το σχολείο δεν έχουν στο μυαλό τους τις εξετάσεις αλλά τις γνώσεις που τους προσφέρει το σχολείο. Στο γυμνάσιο είναι ακόμα σχετικά αθώα, γίνεται δουλειά και προσωπικά αποθαρρύνω τους γονείς να πάνε τα παιδιά τους στο φροντιστήριο. Τα περισσότερα παιδιά δεν έχουν απαξιώσει ακόμα το σχολείο, διαβάζουν, συμμετέχουν, σε προσέχουν – νιώθεις καθηγητής. Οι μαθητές του γυμνασίου στηρίζονται περισσότερο στο σχολείο, μόλις όμως πάνε στο λύκειο, η κατάσταση αλλάζει δραματικά. Το ίδιο το εξεταστικό σύστημα ακυρώνει τον ρόλο του σχολείου. Ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να σε μάθει μόνο μαθηματικά και φυσική, πόσο μάλλον όταν τα θέματα των εξετάσεων δεν έχουν καμία σχέση με τα σχολικά βιβλία. Στην ουσία, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι και τα μεγάλα φροντιστήρια είναι αυτά που “δίνουν γραμμή” για τις εξετάσεις. Τα παιδιά παλεύουν να ακολουθήσουν και οι εκπαιδευτικοί χάνουν τον ρόλο τους, δεν ξέρουν τι να κάνουν. Ένα άλλο πρόβλημα είναι το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών – επενδύει στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα, η ύλη είναι τεράστια. Για να μπορέσει ο εκπαιδευτικός να εμβαθύνει λίγο περισσότερο σε κάποια πράγματα θα πρέπει να παραβεί το πρόγραμμα σπουδών».

«Υπάρχει μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν νέες διδακτικές μέθοδοι, οι οποίες βοηθάνε να ενεργοποιηθούν και οι πιο αδύναμοι μαθητές. Το ενδιαφέρον είναι ότι αρκετοί από τους πολύ καλούς μαθητές φαίνονται έξω από τα νερά τους όταν το μάθημα διδάσκεται με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο είναι θέμα χρόνου να προσαρμοστούν. Με αυτό τον τρόπο διδασκαλίας είναι σίγουρο ότι κερδίζεις περισσότερους μαθητές και επενδύεις στην ποιότητα. Η βαθμοθηρία είναι ένα μεγάλο πρόβλημα και ξεκινά από τους γονείς, που έχουν πείσει τα παιδιά ότι αυτό που μετράει είναι ο βαθμός. Εκεί χάνεται η χαρά της γνώσης. Η ποσότητα της πληροφορίας, σε συνδυασμό με την απαίτηση για μεγάλους βαθμούς, έχει ως αποτέλεσμα την επιφανειακή γνώση. Αυτό χειροτερεύει όσο το παιδί μεγαλώνει και πλησιάζει στο λύκειο. Πολλές φορές τα παιδιά φορτώνονται τόσο πολύ με εξωσχολικές δραστηριότητες, που έρχονται στο σχολεία κουρασμένα. Τα τελευταία χρόνια συζητάμε στην Ελλάδα συχνά για το φινλανδικό μοντέλο. Στη Φινλανδία το πρώτο πράγμα που έκαναν, όταν αποφάσισαν να αλλάξουν το εκπαιδευτικό τους σύστημα, ήταν να δώσουν αξία στους καθηγητές. Το επάγγελμα του καθηγητή το θεωρούν υπέρτατο λειτούργημα, οι καλύτεροι μαθητές θέλουν να γίνουν καθηγητές. Όταν σε θεωρούν σημαντικό, αυτό λειτουργεί ανταποδοτικά, το επιστρέφεις στην κοινωνία». 

Θεωρώ ότι στο σχολείο χρειάζεται να ενισχυθεί το πρακτικό κομμάτι, αυτό του λείπει 
Η Λ. διδάσκει μάθημα ειδικότητας στο δημοτικό, σύμφωνα με το Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα 

«Όσον αφορά τη σχέση με τους γονείς, θα ήθελα να πω ότι δεν υπάρχει καμία επικοινωνία με τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουμε τις ειδικότητες. Οι γονείς, όταν έρθουν στο δημοτικό να ρωτήσουν για τα παιδιά τους, θα ρωτήσουν τον δάσκαλο και θα φύγουν. Το πολύ-πολύ να μιλήσουν και με τον καθηγητή των αγγλικών, επειδή πληρώνουν φροντιστήριο και τους ενδιαφέρει αν αποδίδει το παιδί στο σχολείο. Τα πέντε χρόνια που εργάζομαι στο δημοτικό είναι ζήτημα αν με έχουν ρωτήσει δέκα γονείς για τα παιδιά τους. Δεν με γνωρίζουν καν. Οι ειδικότητες δεν απασχολούν τους γονείς, τις θεωρούν περιττές. Μέσα, όμως, από δραστηριότητες που γίνονται κατά τη διάρκεια της μουσικής, της θεατρικής αγωγής, των εικαστικών μπορούν να αναδειχθούν ανησυχίες και προβληματισμοί των παιδιών που μπορούν να αξιοποιηθούν σε συνεργασία με τους γονείς. Δυστυχώς, δεν υπάρχει τέτοια συνεργασία. Η μόνη περίπτωση να απευθυνθούν οι γονείς σε καθηγητές των ειδικοτήτων είναι όταν τους παραπέμψει ο δάσκαλος, συνήθως για να επιβεβαιώσουν κάποιο πιθανό πρόβλημα συνεργασίας με το παιδί. Κάτι σημαντικό είναι ότι στα μαθήματα ειδικοτήτων τα παιδιά που είναι αδύναμα στα άλλα μαθήματα βρίσκουν την ευκαιρία να αναδειχθούν και να κερδίσουν το χαμένο έδαφος. Δυστυχώς, συνήθως οι γονείς το αγνοούν εντελώς αυτό και δεν μπορούν να επιβραβεύσουν αυτήν τους την προσπάθεια. Όσοι διδάσκουμε ειδικότητες γενικότερα, παρόλο που είμαστε νέοι στην εκπαίδευση και μπήκαμε σε αυτήν με μεγάλη διάθεση, δεν έχουμε την ανάλογη υποστήριξη. Υπήρχαν κάποιες ειδικότητες που στην αρχή δεν είχαν βιβλία και αναλυτικό πρόγραμμα, μπήκαμε στην τάξη και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. 

Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι πολλές από τις σχολές που τελειώσαμε δεν είχαν παιδαγωγικά μαθήματα, οπότε σε αυτό τον τομέα αντιμετωπίζουμε δυσκολίες. Όσον αφορά τα βιβλία, αυτά είναι γραμμένα θεωρώντας ότι ο εκπαιδευτικός έχει στη διάθεσή του την ανάλογη υλικοτεχνική υποδομή για να διδάξει το αντικείμενό του, γεγονός που φυσικά δεν ισχύει. Επιπλέον, είναι εξαιρετικά δύσκολο να είσαι αποτελεσματικός σε μια τάξη που μπορεί να έχει ακόμα και 27 μαθητές. Γενικότερα, θεωρώ ότι στο σχολείο χρειάζεται να ενισχυθεί το πρακτικό κομμάτι, αυτό του λείπει. Οι επιμορφώσεις που γίνονται έχουν αυτήν τη βάση, ωστόσο στην πράξη δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές. Απαραίτητη, επίσης, είναι η διαθεματική προσέγγιση και η ουσιαστική επικοινωνία ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μια συνολική και όχι αποσπασματική εικόνα. Κάτι άλλο που παρατηρώ είναι ότι υπάρχει μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Πρέπει να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα και να αποκτήσουν οι βαθμίδες της εκπαίδευσης μια σύνδεση. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι η μετάβαση των παιδιών από το δημοτικό στο γυμνάσιο είναι ένα μεγάλο σοκ, αλλά ενώ το συζητάμε εδώ και χρόνια, δεν έχει δοθεί κάποια λύση». 

Με την εντατικοποίηση έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε ένα λύκειο απωθητικό για τους μαθητές 
Ο Ν. είναι μόνιμος καθηγητής. Διδάσκει σε Επαγγελματικό Λύκειο 

«Παρόλο που διδάσκω σε ένα σχολείο στο οποίο οι δεξιότητες προάγονται, διαπιστώνω ότι οι μαθητές που είναι αδύναμοι ή αδιάφοροι στα γενικά μαθήματα είναι το ίδιο και στις ειδικότητες. Ένα σχολείο, λοιπόν, που προάγει τις δεξιότητες πάλι δεν καταφέρνει να κερδίσει το ενδιαφέρον των μαθητών. Θεωρώ ότι πρόκειται, πλέον, για ένα κοινωνικό φαινόμενο, δεν είναι θέμα σχολείων. Το μόνο που ενδιαφέρει τα παιδιά είναι να πάρουν ένα χαρτί, δεν βρίσκουν διέξοδο σε καμία μορφή σχολείου. Προφανώς, η κοινωνία έχει αποβάλει το σχολείο, δεν το αγαπά. Πιστεύω ότι σημαντικό ρόλο στο πρόβλημα παίζει και το γεγονός πως η σχέση μεταξύ των καθηγητών και των γραφείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και του υπουργείου δεν είναι στη σωστή βάση από την αρχή. Υπάρχει καχυποψία μεταξύ των εκπαιδευτικών και της διοίκησης, με αποτέλεσμα να μη συνεργαζόμαστε αποτελεσματικά για ένα καλύτερο σχολείο. Όταν τέθηκε το θέμα της αξιολόγησης, δημιουργήθηκε μεγάλη ένταση και ο καθένας είχε το δίκιο του, και όσοι την ήθελαν και όσοι αντιδρούσαν. Η αξιολόγηση ως ιδέα δεν είναι κακή, το πρόβλημα ξεκινάει από τη στιγμή που θα σε αξιολογήσει κυρίως ο διευθυντής του σχολείου, με τον οποίο έχεις μια σχέση εξάρτησης. Πιστεύω ότι σε ένα ποσοστό η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται από τα παιδιά – τα παιδιά είναι σε θέση να κρίνουν τη δουλειά μας, γιατί σε αυτά απευθυνόμαστε. Τεράστιο είναι, πλέον, το ζήτημα της ηλικίας. Όσοι είναι κοντά στη συνταξιοδότηση έχουν κουραστεί, δεν έχουν πια κουράγιο να κάνουν μάθημα. Σκέφτομαι ότι σε ηλικία 67 ετών θα είμαι μπροστά σε έναν πίνακα και τρομάζω. 

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι στα σχολεία έχουμε καθηγητές τεσσάρων ταχυτήτων: έχουμε τους παλιούς, τους νέους, τους αναπληρωτές και αυτούς που πληρώνονται με ΕΣΠΑ. Υπάρχουν σχολεία που πνίγονται και ζητάνε καθηγητές, άλλα που στελεχώθηκαν τον Ιανουάριο και είχαν ελλείψεις σε βασικές ειδικότητες, και υπάρχουν και σχολεία που “κρύβουν” καθηγητές που δεν έχουν συμπληρώσει το ωράριό τους. Σε όλη την περιφέρεια υπάρχουν σχολεία ευνοημένα και σχολεία αδικημένα, με αποτέλεσμα η εκπαίδευση να αναπαράγει ανισότητες. Όσον αφορά το ΕΠΑ.Λ., προσωπικά θεωρώ ότι έχω πάρει πολλά πράγματα. Επειδή συχνά έρχονται παιδιά που έχουν περάσει από δύσκολες καταστάσεις, για εμένα είναι ένα μεγάλο “σχολείο”. Αισθάνομαι ότι προσφέρω, το ίδιο και οι περισσότεροι συνάδελφοι, γιατί τα παιδιά έχουν ανάγκη να ασχοληθεί κάποιος μαζί τους. Το ΕΠΑ.Λ. δεν είναι σχολείο β’ κατηγορίας, επιτελεί έναν ρόλο σημαντικό. Όσον αφορά τον γνωστικό τομέα, εκεί πράγματι οι μαθητές αντιμετωπίζουν δυσκολίες, γι’ αυτό και προσπαθούμε, ακόμα και παραβιάζοντας το πρόγραμμα σπουδών, να τα βοηθήσουμε να αποκτήσουν κάποιες βασικές γνώσεις. Τα βιβλία δεν μας βοηθούν πάντα. Υπήρχε στο παρελθόν βιβλίο το οποίο σχεδόν κανένας μας δεν χρησιμοποιούσε, γιατί το θεωρούσαμε εντελώς ακατάλληλο για διδασκαλία. Γενικότερα, με την εντατικοποίηση έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε ένα λύκειο απωθητικό για τους μαθητές. Θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει τα παιδιά να αποκτήσουν βασικές γνώσεις και να εμβαθύνουν σε αυτές, κάτι που δεν μπορεί να γίνει με το σημερινό αναλυτικό πρόγραμμα. Δεν είναι δυνατόν το αναλυτικό πρόγραμμα να καταρτίζεται από μια κλειστή ομάδα ανθρώπων, που συχνά δεν έχει επαφή με την κατάσταση στα σχολεία, χωρίς να ζητείται η γνώμη των εκπαιδευτικών που καλούνται να το εφαρμόσουν». 

Πηγή: www.lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου