Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Γιατί δεν πρέπει να φοβόμαστε να δείξουμε τη θλίψη μας στα παιδιά

Κάθε γονιός έχει νιώσει εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι όταν βλέπει το παιδί του να κλαίει. Το ένστικτό μας είναι να τρέξουμε να το σώσουμε, να διώξουμε τη στενοχώρια όσο πιο γρήγορα γίνεται, να επαναφέρουμε την «κανονικότητα». Ωστόσο, δεν γίνεται ούτε χρειάζεται να προστατεύσουμε τα παιδιά από κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Γιατί αυτά τα συναισθήματα είναι μέρος του τρόπου που μεγαλώνουν.

Θα απογοητευτούν, θα χάσουν φίλους, θα νιώσουν αδικία, θα περάσουν μικρές και μεγάλες απώλειες. Η θλίψη δεν είναι απλώς μια κακή διάθεση που πρέπει να περάσει. Είναι ο τρόπος του παιδιού να σταματήσει, να καταλάβει τι συνέβη, να προσαρμοστεί. Να πει, με τον δικό του τρόπο, «αυτό με πόνεσε» και σιγά σιγά να βρει πώς θα συνεχίσει. Μέσα από αυτή τη διαδικασία χτίζεται η ανθεκτικότητα.

Σε μια μεγάλη μελέτη με σχεδόν 500 παιδιά δημοτικού στην Ιταλία, οι επιστήμονες εξέτασαν πώς σχετίζεται η θλίψη με τη συμπεριφορά και τη συναισθηματική τους ανάπτυξη. Ζήτησαν από τα παιδιά να μιλήσουν για μια στιγμή που στενοχωρήθηκαν και κατέγραψαν στοιχεία όπως η ενσυναίσθηση, οι σχέσεις τους με τους άλλους και πιθανά ψυχολογικά συμπτώματα.

Το αποτέλεσμα ήταν καθησυχαστικό. Τα παιδιά που βίωναν και εξέφραζαν φυσιολογικά τη θλίψη τους έδειχναν μεγαλύτερη ενσυναίσθηση. Καταλάβαιναν πιο εύκολα τι νιώθουν οι άλλοι, ήταν πιο τρυφερά και πιο «παρόντα» στις σχέσεις τους. Αντίθετα, όταν η λύπη γινόταν μόνιμη κατάσταση και έμενε μέσα τους χωρίς στήριξη, τότε εμφανίζονταν περισσότερες δυσκολίες.

Αυτή η οπτική αλλάζει και τον τρόπο που στεκόμαστε δίπλα στα παιδιά μας. Όταν απαντάμε βιαστικά με ένα «μην κλαις», άθελά μας τους μαθαίνουμε ότι η λύπη είναι κάτι που πρέπει να κρύβεται. Όταν όμως σκύβουμε στο ύψος τους και λέμε «σε καταλαβαίνω, είναι δύσκολο», τους δίνουμε χώρο να νιώσουν με ασφάλεια. Και αυτός ο χώρος είναι το έδαφος πάνω στο οποίο χτίζεται η ψυχική ανθεκτικότητα.

Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από το παράδειγμά μας. Μας βλέπουν όταν συγκινούμαστε, όταν περνάμε μια δύσκολη μέρα και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε. Έτσι καταλαβαίνουν πως μπορεί κανείς να λυπάται χωρίς να καταρρέει.

Στο τέλος, αυτό που θέλουμε δεν είναι παιδιά που δεν κλαίνε. Είναι παιδιά που δεν φοβούνται να κλάψουν. Παιδιά που μεγαλώνουν σε ενήλικες ανθεκτικούς, συμπονετικούς, ικανούς να καταλαβαίνουν τον εαυτό τους και τους άλλους.

Ίσως, λοιπόν, το πιο ουσιαστικό δώρο που μπορούμε να τους κάνουμε δεν είναι μια ζωή χωρίς λύπη, αλλά η βεβαιότητα ότι κάθε συναίσθημα ακόμη και το πιο βαρύ έχει χώρο και αγκαλιά μέσα στο σπίτι.

Πηγή: vwoman

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου