Ο θάνατος καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη, που αποδόθηκε από οικείους της σε μακροχρόνιο «bullying» από μαθητές, πυροδότησε έντονες συζητήσεις αρχικά μεταξύ εκπαιδευτικών και στη συνέχεια στη δημοσιότητα, αποκαλύπτοντας τον «ελέφαντα στο δωμάτιο»: σε πολλές τάξεις η διδασκαλία είναι αδύνατη λόγω της συμπεριφοράς μαθητών προς τους καθηγητές τους, που στην ακραία εκδοχή της, τους μετατρέπει σε θύματα ενός ιδιόμορφου bullying.
Ο «χαβαλές», η αμφισβήτηση και η βία στα σχολεία
Το φαινόμενο του οργανωμένου «χαβαλέ», η αδυναμία οριοθέτησης των μαθητών, η λεκτική και σωματική βία εντός της τάξης και η περιφρόνησης των καθηγητών επιβεβαιώνονται καθημερινά και απ’ όσα συχνά μεταφέρουν μαθητές στους γονείς τους για την κατάσταση στις τάξεις. Μάλιστα, η αιτία του φαινομένου δεν εδράζεται αποκλειστικά στις ελλιπείς παιδαγωγικές δεξιότητες μερίδας εκπαιδευτικών.
Εκδηλώνεται ακόμα και σε τάξεις ικανών καθηγητών, οδηγώντας τους σε επαγγελματική εξουθένωση (burnout) και απαρέσκεια για το επάγγελμά τους. Ενίοτε δε, αλλά όχι σπάνια, συνοδεύεται και από την επιθετικότητα γονέων. Εισβάλλουν στα σχολεία, απειλούν, βρίζουν φτάνοντας μέχρι και τη χειροδικία και μηνύσεις εναντίον εκπαιδευτικών. Καταστάσεις που εδώ και καιρό ωθούν τις ενώσεις εκπαιδευτικών να ζητήσουν από την Πολιτεία νομική προστασία κατά την άσκηση του έργου τους.
Ο διάλογος των εκπαιδευτικών στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αποκάλυψε ακόμα ότι τα φαινόμενα αυτά δεν περιορίζονται πλέον σε υποβαθμισμένες συνοικίες. Εκδηλώνονται ακόμα και σε περιοχές με υψηλό οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο και αυξημένες εκπαιδευτικές προσδοκίες των οικογενειών για τα παιδιά τους. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν «αντιπαιδαγωγικό και αντικοινωνικό ιό» που προσβάλλει σταδιακά το σύνολο του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Δεν θα ήταν άστοχο να σημειωθεί ότι η αδυναμία πραγματοποίησης διδασκαλίας συμβαδίζει τις τελευταίες δεκαετίες με τη διαρκή πτώση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, όπως αυτή διαπιστώνεται από επιστημονικές μετρήσεις (PISA). Παρά τις υποτιθέμενες «μεταρρυθμίσεις» που δεν φαίνεται να επιδρούν στο ελάχιστο στη βελτίωσή τους.
Το κοινό μυστικό και η φυγή από το δημόσιο σχολείο
Το γεγονός ότι σε πολλά σχολεία «δεν μπορεί να γίνει μάθημα» αποτελεί κοινό μυστικό. Επιβεβαιώνεται, μάλιστα εμπράκτως, από την αντίδραση πλήθους οικογενειών μικρομεσαίου οικονομικού προφίλ που διατηρούν όμως αυξημένες εκπαιδευτικές προσδοκίες για τα παιδιά τους, που αναζητούν ένα ασφαλέστερο και πιο αποτελεσματικό παιδαγωγικά και διδακτικά εκπαιδευτικό περιβάλλον. Αντίδραση που τις ωθεί μακριά από το «δημόσιο της γειτονιάς» σε δύο παράλληλα εκπαιδευτικά δίκτυα, που παρουσιάζουν ραγδαία ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια.
Το πρώτο συγκροτείται ως εναλλακτική πρόταση εντός του δημόσιου. Πρόκειται για το δίκτυο των Πρότυπων-Πειραματικών-Ωνάσειων Σχολείων, που το υπουργείο Παιδείας προσφέρει ως «αντίδωρο» της κατάρρευσης του «σχολείου της γειτονιάς» για όσους γονείς ενδιαφέρονται. Υπό την προϋπόθεση ότι θα επωμιστούν το κόστος μετακίνησης αλλά και των φροντιστηρίων για την εισαγωγή στα Πρότυπα σχολεία (μεγάλος τζίρος μαύρου χρήματος).
Χωρίς μέχρι σήμερα, τουλάχιστον, τα παραπάνω σχολεία να παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις περιεχομένου ή μεθοδολογίας από το σχολείο της γειτονίας. Ή μη μόνο τις καλές προθέσεις των εκπαιδευτικών που τα στελεχώνουν και τις προσδοκίες των γονέων που τα επιλέγουν. Στοιχεία, όμως, που, όπως είναι γνωστό, επηρεάζουν θετικά τα μαθησιακά αποτελέσματα των μαθητών τους.
Το δεύτερο δίκτυο αποτελείται (αυτονόητα) από την ιδιωτική εκπαίδευση, που η ανάπτυξή της είναι θεαματική από την εποχή της κρίσης μέχρι και σήμερα (από 70.000 σε 120.000 μαθητές). Το συνολικό ποσοστό μαθητών της επί του ΜΠ της χώρας, ενώ στην Αττική ξεπερνά ήδη το 11%-13%, συνολικά υπολείπεται κατά πολύ των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Οι προβλέψεις, όμως, αύξησης ζήτησής της επιβεβαιώνονται από τις εξαγορές από funds επώνυμων μεγάλων ιδιωτικών σχολείων στην Αττική και την επέκταση της «δράσης» τους σε μικρά σχολείων της επαρχίας (400-1.000 μαθητών), με στόχο τη δημιουργία δικτύων ιδιωτικών σχολείων. Και αυτό επειδή εκτιμούν ότι η μελλοντική ζήτηση ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν αφορά αποκλειστικά προνομιούχες οικογένειες, αλλά όσες διατίθενται να στερηθούν πόρους για να φοιτήσουν τα παιδιά τους σε μη χαοτικό σχολικό περιβάλλον. Θεωρητικά τουλάχιστον…
Είναι προφανές, ότι αν ο ιός των χαοτικών τάξεων αφεθεί να μεταδοθεί κι άλλο, σε λίγα χρόνια στο σχολείο της γειτονίας θα φοιτούν μόνο τα παιδιά όσων οικογενειών αδυνατούν να «δραπετεύσουν» απ’ αυτά. Ωστόσο, το υπουργείο Παιδείας συμπεριφέρεται σαν να αγνοεί το φαινόμενο «δεν γίνεται μάθημα» και οι συνδικαλιστικές ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών περί άλλα τυρβάζουν.
«Αίτια» και «θεραπεία» του φαινομένου
Στον διάλογο στα ΜΚΔ ο ένοχος και η θεραπεία της καταρράκωσης του κύρους των καθηγητών «ανακαλύφθηκαν» γρήγορα. Για όλα ευθύνονται η «αντιαυταρχική αγωγή και οι καινοφανείς παιδαγωγικές θεωρίες της μεταπολίτευσης» αποφάνθηκαν πολλοί, η κομματοποίηση των καθηγητών και οι καταλήψεις που εμμέσως αυτοί στήριξαν. Και οι λύσεις είναι απλές: επαναφορά αυστηρών τιμωριών, σύνδεση της διαγωγής με τη βαθμολογία, πρόσληψη ψυχολόγων στα σχολεία και δικαστική συνδρομή στους εκπαιδευτικούς, μιας προφανώς λαϊκιστική συνολικά απάντηση, σε ένα σύνθετο πρόβλημα.
Γιατί, ποιος εκπαιδευτικός θα τολμήσει να επιβάλει αυστηρά μέτρα, όταν αδυνατεί να οριοθετήσει στοιχειωδώς τους μαθητές του για να κάνει μάθημα; Πόσοι θα συρθούν στα δικαστήρια από έξαλλους γονείς, αν τολμήσουν να μειώσουν τη βαθμολογία λόγω διαγωγής, όταν στα σχολεία μας επικρατεί ως «βάση» το «δημοκρατικό» 17; Είναι δυνατόν ένας ψυχολόγος να επιλύσει ζητήματα σεβασμού στον εκπαιδευτικό και τη διδακτική διαδικασία εντός τάξης, αν δεν το κάνουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί;
Τέλος, σε αντίθεση με όσα χωρίς καμιά επιστημονική θεμελίωση διακινούνται, το ελληνικό σχολείο ούτε «αντιαυταρχικό» είναι, ούτε υλοποιήθηκαν σε αυτό τα κελεύσματα της νέας αγωγής διδακτικά και παιδαγωγικά. Αντιθέτως, παραμένει δομικά συντηρητικό και μετασχηματίστηκε ελάχιστα από τη δεκαετία του ’60, τόσο ως προς τα περιεχόμενά του όσο και τη μεθοδολογία προσφοράς και κατάκτησης της γνώσης, πολύ περισσότερο απόκτησης των αναγκαίων για το σύγχρονο κόσμο δεξιοτήτων. Απλώς στη χώρα μας βαφτίσαμε «αντιαυταρχικότητα» την κυρίαρχη τάση για βόλεμα και μπάχαλο εκ μέρους όλων και την αποχή του υπουργείου Παιδείας από το καθήκον εποπτείας και αξιολόγησης των πάντων στην Εκπαίδευση για ψηφοθηρικούς λόγους.
Δομική κρίση και απαξίωση
Ο «χαβαλές» και η βία που ακουμπά πλέον και τους καθηγητές δεν αποτελούν, βέβαια, αιτία της κρίσης του δημόσιου σχολείου, αλλά συμπτώματά της. Το βαθύτερο πρόβλημα στη χώρα μας αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι η απαξίωση του δημόσιου σχολείου στις συνειδήσεις γονέων, μαθητών και μεγάλου μέρους των λειτουργών του ως εργαλείο διάχυσης της επιστήμης και των γνώσεων αλλά και της κοινωνικής και ατομικής προόδου.
Στην Ελλάδα ιδιαίτερα το δημόσιο σχολείο υπονομεύεται εδώ και δεκαετίες πρωταρχικά και συστηματικά από την ίδια την Πολιτεία, που μετά βίας διαθέτει το 3% του ΑΕΠ για την Εκπαίδευση. Προϋπολογισμό ικανό να καλύψει αποκλειστικά τους γλίσχρους μισθούς των εκπαιδευτικών (αποτελούν το 95% των δαπανών για την Εκπαίδευση), ενώ οι υπουργοί Παιδείας προσπαθούν να αναπτύξουν εκπαιδευτικές πολιτικές αποκλειστικά με ευρωπαϊκά προγράμματα. Αποτέλεσμα: σειρά χαοτικών αποφάσεων και αύξηση της εντροπίας του εκπαιδευτικού συστήματος.
Παρόμοια προβλήματα, όμως, απαξίωσης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος αντιμετωπίζουν και προηγμένες χώρες. Στη Γαλλία, οι χαμηλοί μισθοί, ο φόρτος εργασίας και η έλλειψη σεβασμού αποτρέπουν τους νέους αποφοίτους πανεπιστημίου από το να γίνουν εκπαιδευτικοί, παρά το γεγονός ότι εκεί δεν ισχύουν τα εγχώρια στερεότυπα περί «μεταπολιτευτικής κουλτούρας» που δήθεν κατήργησε τα όρια στα σχολεία κ.λπ. κ.λπ. Μάλιστα, η γαλλική Ακροδεξιά (RN) εργαλειοποιώντας την κρίση, υπόσχεται λαϊκιστικά αύξηση μισθών και προστασία των εκπαιδευτικών ως διά μαγείας. Επικίνδυνα πράγματα…
Η Τεχνητή Νοημοσύνη και το μέλλον
Είναι αναμενόμενο η απαξίωση του δημόσιου σχολείου να προσλάβει δραματικές διαστάσεις με τη γενίκευση της Τεχνητής Νοημοσύνης, που θα αποσαθρώσει περαιτέρω το κύρος του σχολείου ως φορέα της γνώσης. Και βέβαια, κανένα είδος νοσταλγίας του παρελθόντος και «σφίξιμο των λουριών» δεν θα αποτρέψουν την κατάρρευσή του· αντιθέτως, θα την επιταχύνουν. Και αν το δημόσιο σχολείο καταρρεύσει ως θεσμός γνώσης και διαπαιδαγώγησης, μεγάλες ομάδες πληθυσμού θα απωλέσουν κάθε ελπίδα για κοινωνική κινητικότητα, ενώ θα τρωθεί ανεπανόρθωτα και η μέγιστη συμβολή του: αυτή στην κοινωνική συνοχή. Μαζί τους και το όποιο κύρος των εκπαιδευτικών έχει απομείνει. Επειδή οι εκπαιδευτικοί διαχρονικά αντλούν το κύρος τους από τον θεσμό που υπηρετούν και όχι το αντίθετο.
Είναι καιρός, λοιπόν, να σοβαρευτούμε, γιατί αυτό που συμβαίνει ξεπερνά την αυτάρεσκη μοναξιά μας. Γνωρίζουμε για παράδειγμα, χρόνια τώρα, ότι το Λύκειο βιώνεται από τους μαθητές ως «υποχρεωτική θητεία», ενώ οι γονείς επωμίζονται το κόστος της κατάρρευσής του πληρώνοντας αδρά φροντιστήρια. Είναι, λοιπόν, δυνατό να φανταζόμαστε ότι με επιτροπές «εκ των ενόντων» και στημένες στο πόδι θα καταστεί δυνατή η ειλικρινής αντιμετώπιση του προβλήματός του; Ή αυτό της καταστροφής της μαθησιακής διαδικασίας που αποκαλύφθηκε με αφορμή το πρόσφατο τραγικό συμβάν;
Μήπως, στο νήμα –λίγο πριν από την πλήρη και μη αναστρέψιμη απαξίωση του δημόσιου σχολείου–, πρέπει να προχωρήσουμε ως έθνος-Πολιτεία σε ένα διευρυμένο και καλά οργανωμένο διάλογο με στόχους και χρονοδιαγράμματα για την αντιμετώπιση του προβλήματος που θέτει συνολικά σε κίνδυνο το μέλλον μας; Σε έναν διάλογο όπου η κυβέρνηση θα σταματήσει να συμπεριφέρεται ως κάτοχος της αλήθειας και η αντιπολίτευση ως πεισματάρης έφηβος που λέει «όχι» σε όλα;
Νίκος Σαλτερής
Πηγή: Protagon.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου