Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Μια «τυπική» μέρα στην Παιδογκολογική Κλινική

Οι μέρες νοσηλείας στο νοσοκομείο, για εμένα, κυλούσαν πολύ-πολύ αργά. Είχε σταματήσει ο χρόνος. Μετρούσα το χρόνο σύμφωνα το μπιπ-μπιπ-μπιπ του στατό με τα φάρμακα που έπεφταν στις φλέβες της Νεφέλης.
Κατά τις 08:00 το πρωί μπαίνουν στο δωμάτιο οι καθαρίστριες. Πάντα χαμογελαστές, ήρεμες, κάνοντας ησυχία, καθαρίζουν το δωμάτιο και το μπάνιο, χωρίς να μας ενοχλήσουν. Κάθε μέρα, με σιγανή φωνή για να μην ξυπνήσουν τη Νεφέλη, με ρωτούσαν πώς είμαστε, πώς πάει η θεραπεία, αν χρειαζόμαστε κάτι και πάντα –μα πάντα– μας εύχονται να πάνε όλα καλά και γρήγορα να πάμε σπίτι μας.
Μέχρι τις 09:00 είχε σερβιριστεί και το πρωινό του νοσοκομείου, το οποίο σπάνια έτρωγε το παιδί. Ανοίγουμε τα παράθυρα να μπει φως, στρώνουμε το κρεβάτι, πάμε τουαλέτα, κάνουμε «καλημέρα», ντυνόμαστε. Εγώ πάντα έβαζα τις κρέμες μου, καθαρά ρούχα, έφτιαχνα τα μαλλιά μου, έκρυβα τους μαύρους κύκλους με μπόλικο κονσίλερ, έβαζα άρωμα, παράγγελνα καφέ. Κάθε πρωί έβγαινα στο μικρό μπαλκονάκι, έπαιρνα μια βαθιά ανάσα, έπαιρνα τηλέφωνο το Γιάννη να του περιγράψω πώς περάσαμε τη νύχτα, να ρωτήσω αν είναι καλά ο Πάρης και να ρωτήσω τι ώρα θα ερχόταν, κοιτούσα τον κόσμο που μπαινόβγαινε… Τα πρωινά έχει κόσμο. Εξωτερικά ιατρεία, αιμοδοσίες, ασθενοφόρα, εκδηλώσεις στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου.
Μέχρι τις 09:00 έχουν γίνει και οι αιματολογικές εξετάσεις. Περιμέναμε τα αποτελέσματα για να δούμε τι θεραπεία θα κάναμε. Αν έπρεπε να πάρει η μικρή αίμα ή αιμοπετάλια, περιμέναμε να γίνουν οι μεταγγίσεις και μετά να ξεκινήσει η θεραπεία.
Μέχρι να έρθουν οι γιατροί για την πρωινή τους επίσκεψη, ξεκινούσαμε τις βόλτες στους διαδρόμους. Όταν βέβαια τα λευκά αιμοσφαίρια επέτρεπαν τις κοινωνικές συναναστροφές. Πάνω-κάτω, γύρω-γύρω τους δύο διαδρόμους της κλινικής. Η Νεφέλη καλωδιωμένη, με το στατό της και το μπιπ-μπιπ, να κρατάει το «τιμόνι» κι εγώ δίπλα της, να το «οδηγώ» προσέχοντας να μη την πατήσω, να μην μπερδευτούν τα καλώδια.
Στους δύο παιδότοπους σπάνια ήθελε να πάει, ειδικά το πρώτο τρίμηνο. Κι αν πηγαίναμε, ήταν για πολύ λίγο. Και πάλι γύρω-γύρω στο διάδρομο και μετά στο δωμάτιο, να παίξουμε λίγο, και μετά και γύρω-γύρω το διάδρομο και λίγο στον παιδότοπο να κάνουμε ένα παζλ, και πάλι στο δωμάτιο.
Να έρθουν οι γιατροί, να βγουν τα αποτελέσματα των αιματολογικών, να αρχίσει η θεραπεία, να τελειώσει η θεραπεία, να το σημειώσω στο ημερολόγιο, πάει και αυτό το φάρμακο.
Ερχόταν ο Γιάννης πριν πάει στη δουλειά του, να μας φέρει φαγητό, φρούτα, ό,τι μας έλειπε, να μας πάρει αγκαλιά, να μας φιλήσει.
Γύρω στις 12:30 σερβίρεται το μεσημεριανό. Στην κουζίνα της κλινικής ζεσταίνω το φαγητό που μας φέρνει κάθε μέρα ο μπαμπάς μας. Όταν μπορεί να φάει η Νεφέλη, «στρώνουμε» το μικρό τραπεζάκι, τρώμε μαζί, γελάμε, λέμε τι θα παίξουμε.
Η ερώτηση από την ώρα που θα ξυπνήσει είναι πάντα: «θα μου κάνουν εξέταση; Θα πονέσω;»
Όταν κανείς δεν την πονάει, η μέρα μας είναι μια χαρά. Λίγος ύπνος το μεσημέρι, παιχνίδι στο δωμάτιο, βόλτες στους διαδρόμους. Το απόγευμα θα έρθει και πάλι ο Γιάννης, πριν πάει στο σπίτι. Να κάνω κι εγώ ένα μπάνιο, να κάνουμε τη Νεφέλη μπάνιο, να συζητήσουμε τι είπαν οι γιατροί, να μου πει για τον Πάρη, κανένα νέο από τον «έξω κόσμο», εγώ τα νέα του «νοσοκομείου», ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, τι άκουσα, τι έμαθα.
Κατά τις 18:00 σερβίρεται το βραδινό. Κατά τις 17:00 περνάει και πάλι η καθαρίστρια.
Στις 21:00 η βραδινή επίσκεψη των γιατρών, κυρίως από ειδικευόμενους.
Ανταλλαγή ιατρικών πληροφοριών της ημέρας. Εγώ πάντα με την ερώτηση: «Κι αύριο;». Και πάντα η ίδια απάντηση: «Θα δούμε, μανούλα, αύριο…».
Κατά τις 21:00 η Νεφέλη έπεφτε για ύπνο. Πυζάμες, πλέναμε δόντια, διαβάζαμε παραμύθι, κλείναμε το φως, βάζαμε μουσική.
Όταν κοιμόταν, έβγαινα στο μπαλκόνι. Τηλέφωνο στο σπίτι, να μάθω για τον Πάρη, να δώσω παραγγελία στον Γιάννη τι να μας φέρει την επόμενη, να του θυμίσω να στείλει ένα e-mail εκ μέρους μου. Κοιτούσα τη νύχτα την είσοδο του νοσοκομείου, τα φώτα από τους άλλους ορόφους. Όλα ήσυχα. Μια ακόμη μέρα είχε τελειώσει. Καλά, κακά, σκατά…
Έπινα μια coca-cola, ήθελα πολύ ένα τσιγάρο, έκλαιγα και σκεφτόμουν: ,«Μα είναι δυνατό να συμβαίνουν αυτά σε εμάς;». Κι αυτό το μπιπ-μπιπ-μπιπ μου τρυπάει το μυαλό…

Πηγή: karkinaki

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου