Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Χρήσιμο κλινικό εργαλείο η ηλεκτρομυογραφία για όσους έχουν εγκεφαλική παράλυση

Χρήσιμο κλινικό εργαλείο για τους ασθενείς με εγκεφαλική παράλυση κι όχι απλά …χάσιμο χρόνου αποτελεί η ανάλυση ηλεκτρομυογραφικών δεδομένων πριν και μετά την επέμβαση, καθώς αφενός μεν δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η ενεργοποίηση των μυών δεν άλλαξε (υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που αλλάζει), αφετέρου δε η εικόνα της επέμβασης που δίνει στον ασθενή η ηλεκτρομυογραφία είναι πληρέστερη και θα τον βοηθήσει στη μελλοντική επαναμέτρηση και καταγραφή της κατάστασης και της εξέλιξής της (ενδεχομένως αυτό ν’ αφορά και την έγκαιρη πρόληψη υποτροπής).

Τα παραπάνω προκύπτουν από μελέτη του λέκτορα στο Τμήμα Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Σερρών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Δημήτρη Πατίκα, που θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο του 5ου Συνεδρίου Ελληνικής Εταιρίας Εμβιομηχανικής (ΕΛΕΜΒΙΟ), που θα διεξαχθεί αύριο και μεθαύριο στη Θεσσαλονίκη.

Η εγκεφαλική παράλυση αποτελεί μία μη αναστρέψιμη και μη εξελίξιμη πάθηση, που οφείλεται σε βλάβη περιοχών του εγκεφάλου πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τον τοκετό. Στην Ελλάδα, επισημαίνει ο κ. Πατίκας, περισσότερα από 100 παιδιά το χρόνο θα πάσχουν από εγκεφαλική παράλυση και θα παρουσιάσουν, μεταξύ άλλων, κινητικές δυσλειτουργίες σε διάφορες βασικές δραστηριότητες όπως η βάδιση. Η ηλεκτρομυογραφία ως διαγνωστικό εργαλείο μπορεί να δώσει σημαντικές κι ενίοτε καθοριστικές πληροφορίες σχετικά με την ενεργοποίηση των μυών (χρονικά και ποσοτικά), αλλά και με τον ποιοτικό προσδιορισμό τους, ενώ επειδή είναι πιο κοντά στην αιτία του προβλήματος αποτελεί βασικό εργαλείο σχεδιασμού της παρέμβασης σε συνδυασμό με τη χρήση μιας σειράς άλλων δεδομένων. Ωστόσο, επειδή η εγκεφαλική παράλυση θεωρείται μη εξελίξιμη πάθηση σε νευρικό επίπεδο, η χρήση της ηλεκτρομυογραφίας μετά την παρέμβαση θεωρείται από πολλούς περιττή.

Αν και έχει διαπιστωθεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 η πλαστικότητα του εγκεφαλικού φλοιού σε αρκετές περιπτώσεις ατόμων με ημιπληγία, οι μεταβολές που αναμένεται να παρουσιαστούν σε επίπεδο εγκεφαλικού φλοιού μετά από παρέμβαση σε μυοσκελετικό επίπεδο είναι μάλλον μικρές έως ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται χρήσιμη η ηλεκτρομυογραφία ως μέθοδο αξιολόγησης μετά την παρέμβαση.

Ωστόσο, υπογραμμίζει ο κ. Πατίκας, υπάρχουν ηλεκτρομυογραφικά δεδομένα που δείχνουν μεταβολές μετά την παρέμβαση ή με το πέρας της ηλικίας. Πιο συγκεκριμένα, η ηλεκτρομυογραφική μελέτη του ασθενούς πριν και μετά την παρέμβαση μπορεί να αποκαλύψει ποιοι μύες είναι σε θέση να ελεγχθούν βουλητικά, και ποιοι δρουν αντισταθμιστικά στην παθολογική κατάσταση. Το τελευταίο μπορεί να είναι χρήσιμο εργαλείο στη στρατηγική αντιμετώπισης της παθολογικής βάδισης.

«Η συλλογή και ανάλυση ηλεκτρομυογραφικών δεδομένων μετά την παρέμβαση μπορεί να αποτελεί μία διαδικασία χρονοβόρα που απαιτεί εξειδίκευση και σχολαστικότητα, ενώ οι αλλαγές που αναμένονται είναι μικρές και ορισμένες φορές μη ανιχνεύσιμες. Ωστόσο, η συλλογή τέτοιων δεδομένων, μας βοηθάει σημαντικά να κατανοήσουμε καλύτερα τη λειτουργία του νευρομυϊκού συστήματος ασθενών με εγκεφαλική παράλυση, ενώ η χρήση των δεδομένων αυτών σε μελλοντικούς σχεδιασμούς παρέμβασης ή στη χρήση μοντέλων προσομοίωσης είναι αδιαμφισβήτητα αναγκαία» καταλήγει ο λέκτορας του Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Σερρών του ΑΠΘ. 
 
Πηγή: ΑΠΕ via disabled

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου