Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Κατάργηση των Σχολικών Συμβούλων ή το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Τι οδήγησε την Κυβέρνηση στην κατάργηση του θεσμού, στον οποίο η Ελληνική Πολιτεία είχε αναθέσει καθήκοντα εποπτείας, ελέγχου και αξιολόγησης της διδασκαλίας και της ποιότητας του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου;

Νίκος Σαλτερής

Πρόσφατα ψηφίστηκε ο νόμος για την «Αναδιοργάνωση των δομών υποστήριξης της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης». Κύρια χαρακτηριστικά του αποτελούν η κατάργηση του θεσμού του Σχολικού Συμβούλου και η δραστική συρρίκνωση των επιμέρους θεσμών υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου. Όσες μικροαλλαγές επήλθαν στο αρχικό σχέδιο νόμου υπαγορεύτηκαν από το φόβο κρίσης διατάξεών των ως αντισυνταγματικές, ενώ αντιτάχθηκε σ’ αυτόν η αντιπολίτευση και μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας (κριτική στο σχέδιο νόμου εδώ).

Στη διάρκεια όμως των συζητήσεων σχετικά με το περιεχόμενο, τις ρητές και άρρητες στοχεύσεις του διέφυγε της προσοχής η βασική λαθροχειρία που πραγματοποίησαν οι εμπνευστές και συντάκτες του. Αυτή έγκειται στο γεγονός ότι συνάθροισαν τον Σχολικό Σύμβουλο (ΣΣ) στους θεσμούς υποστήριξης του Σχολείου, ενώ – όπως προκύπτει από την ισχύουσα για τριάντα πέντε χρόνια νομοθεσία – το έργο και τα καθήκοντα του σε καμιά περίπτωση δεν περιορίζονταν σε λειτουργίες «υποστήριξης».

Οι ΣΣ, που ως θεσμός προήλθαν από τη διχοτόμηση του Επιθεωρητή σε Διοικητικό Προϊστάμενο και Παιδαγωγική Καθοδήγηση Εκπαιδευτικών και Σχολείων, ήταν επιφορτισμένοι με σύνθετα καθήκοντα, όπως: την in vivo εποπτεία και καθοδήγηση του παιδαγωγικού και διδακτικού έργου σχολείων και εκπαιδευτικών, την έγκριση του προγραμματισμού και των δραστηριοτήτων τους, τη διάχυση της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής, τη συμβουλευτική προς γονείς – εκπαιδευτικούς και κατ’ επέκταση τη διαχείριση κρίσεων στο σχολικό περιβάλλον, τη διασύνδεση σχολείου – ΟΤΑ, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών – διευθυντών σχολείων και τέλος, το σημαντικότερο, με την Αξιολόγηση των Εκπαιδευτικών. Για τους παραπάνω λόγους, σε θέσεις ΣΣ τοποθετούνταν με θητεία εκπαιδευτικοί με υψηλότατα τυπικά προσόντα, ενώ η επιλογή τους αποτελούσε την πλέον «ακομμάτιστη» διαδικασία ανάδειξης στελεχών για δεκαετίες.

Τι οδήγησε, λοιπόν, την Κυβέρνηση στην κατάργηση του θεσμού, στον οποίο η Ελληνική Πολιτεία είχε αναθέσει καθήκοντα εποπτείας, ελέγχου και αξιολόγησης της διδασκαλίας και της ποιότητας του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου; Ο θεσμός απέτυχε δομικά ή τα πρόσωπα που θητεύσουν σ’ αυτόν αποδείχθηκαν αναξιόπιστα; Πέρα απ’ τις όποιες εμπρεσιονιστικού τύπου απόψεις, η ανάλυση των τοποθετήσεων κατά τη διαβούλευση του σ.ν. δεν θεμελιώνει την υπόθεση της αποτυχία του θεσμού ή της ανεπάρκειας των προσώπων που τον υπηρέτησαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 128 σχετικές παρεμβάσεις, μόνο 26 είχαν αρνητική άποψη για αυτόν και τους ΣΣ ως πρόσωπα και – ως εκ θαύματος – αυτές κατατέθηκαν από τρία (3) μόλις πρόσωπα.

Για να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα θα ήταν χρήσιμη μια αδρομερής αναδρομή στην περιπέτεια σύλληψης, υλοποίησης και λειτουργίας του θεσμού, επειδή παράλληλα, αυτή αποτυπώνει τις αντιλήψεις που κυριαρχούν στους Εκπαιδευτικούς για την Αξιολόγηση και την Ποιότητα στην Εκπαίδευσης, αλλά και τον τρόπο που η Ελληνική Πολιτεία στηρίζει ό,τι κατά καιρούς θεσμοθετεί.

Η ιδέα του ΣΣ συνελήφθη αμέσως μετά την Μεταπολίτευση στο χώρο της ΔΑΣΚ, ενιαίας τότε δημοκρατικής παράταξης των δασκάλων, που στελέχη της πρωτοστάτησαν στην πτώση του διορισμένου από τη χούντα Δ.Σ. της ΔΟΕ. Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι αναπτύχθηκε από δασκάλους – το πλέον αδικημένο υπηρεσιακά και εγκαταλελειμμένο μορφωτικά μέρος των Εκπαιδευτικών εκείνης της εποχής -, ως αντίδραση στο «διοικητισμό» των Επιθεωρητών και ενσυνείδητη προσπάθεια πρόταξης της παιδαγωγικής αντίληψης για την Εκπαίδευσης σε αντίθεση με την μόνιμα κυρίαρχη διοικητική – δημοσιοϋπαλληλική. Πατέρας του θεσμού υπήρξε ο αείμνηστος Τουλούπης και υποστηρικτές του στελέχη της Αριστεράς, όπως οι Βαγενάς και Μαϊστρέλλης.

Η συγκεκριμένη ιδέα, μαζί μ’ αυτή της «ανωτατοποίησης» των σπουδών των δασκάλων μετατράπηκαν γρήγορα σε μετωπικές απαιτήσεις της ΔΟΕ και έγιναν αποδεκτές από το ΠΑΣΟΚ, στα πλαίσια της συνολικής αποδοχής, ενίοτε άκριτης και λαϊκίστικης, του συνόλου των αιτημάτων των δημοσίων υπαλλήλων. Όμως, ο θεσμός του ΣΣ, αμέσως μετά την θεσμοθέτησή του (1982), εγκαταλείφθηκε στην τύχη του από την Πολιτεία και άρχισε να υπονομεύεται συστηματικά και σε αγαστή συνεργασία από τα στελέχη της Διοίκησης και την ανερχόμενη και σταδιακά παντοδύναμη συνδικαλιστική γραφειοκρατία των κομμάτων εξουσίας κι όχι μόνο. Εξάλλου, ήδη από τις αρχές του ’80, ουσιαστικά οι δυο «ομάδες» στελεχών αποτελούνταν από τα ίδια πρόσωπα, τα οποία, ανάλογα με το ποιο κόμμα κατείχε την εξουσία, άλλαζαν τους δυο ρόλους σαν τα πουκάμισα.

Κοινός παρονομαστής και των δύο ομάδων, όπως φάνηκε στη συνέχεια, δεν ήταν μόνο ο έλεγχος της Εκπαίδευσης και των Εκπαιδευτικών αλλά και των ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας. Αυτές, έχοντας συνήθως αποκλειστικό σκοπό να διέλθουν αλώβητες από ένα υπουργείο που μόνο προβλήματα προκαλεί, χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν τα μέλη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ως «συμβούλους» και πολιτικά τους στηρίγματα.

Σημαντικό ρόλο στην υπονόμευση του θεσμού έπαιξαν, ως υποκατηγορία, και οι Αιρετοί των Εκπαιδευτικών στην προσπάθειά τους να ελέγξουν πλήρως τα Υπηρεσιακά Συμβούλια, όπου αρχικά οι ΣΣ είχε προβλεφθεί να ασκούν χρέη Προέδρου, ρύθμιση που μετά από πιέσεις εγκαταλείφθηκε.

Όμως ο σημαντικότερος παράγοντας που επέδρασε στην υπονόμευση και εγκατάλειψη του θεσμού δεν είναι άλλος από τη δυστοκία και αδυναμία της Πολιτείας να υλοποιήσει ένα σύστημα Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση. Ήδη στα τέλη του ’80, οι προσπάθειες του Α. Κακλαμάνη να νομοθετήσει σχετικά, ανοίγοντας το δρόμο στην ουσιαστική εποπτεία και τον έλεγχο της Ποιότητας Εκπαίδευσης, συνάντησαν τη συστηματική άρνηση των ΔΟΕ/ΟΛΜΕ, αφού υπονομεύθηκαν από την ακόμα τότε πανίσχυρη ΠΑΣΚ.

Έκτοτε ο θεσμός, παρά τη συστηματική δυσφήμιση, εγκατάλειψη και υπονόμευση, λειτούργησε θετικά στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και με προβλήματα στη Δευτεροβάθμια. Καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία των προβλημάτων αυτών διαδραμάτισε η «απαγόρευση εισόδου» ΣΣ στις αίθουσες διδασκαλίας από την ΟΛΜΕ – τακτική που σταδιακά οδήγησε σε δραστικό περιορισμό του έργου τους –, η πολυδιάσπαση των καθηγητών σε επιμέρους ειδικότητες και η έλλειψη παιδαγωγικής κατάρτισής τους, συνθήκες που έχουν ως αποτέλεσμα να είναι κυριαρχεί σ’ αυτούς η «ταυτότητα» της επιστημονικής εξειδίκευσης και όχι του εκπαιδευτικού.

Έκτοτε και μέχρι το 2012, όσες προσπάθειες έγιναν από την Πολιτεία να υλοποιηθούν οι νομοθετημένες διαδικασίες Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση υπήρξαν άτολμες ή εγκαταλείφθηκαν άμεσα από τον επόμενο Υπουργό Παιδείας. Η ανάδειξη σε θέσεις ΣΣ εξαιρετικά προσοντούχων Εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα μετά το 2000 – τουλάχιστον ως προς τα τυπικά προσόντα, αφού αξιολόγηση του έργο τους έγινε για πρώτη και τελευταία φορά το 2014 – όχι μόνο δεν διαφοροποίησε τις στάσεις, τις νοοτροπίες και τις μικροπολιτικές των Εκπαιδευτικών, των ηγεσιών του Υπουργείου και πολύ περισσότερο της συνδικαλιστικής – κομματικής γραφειοκρατίας, αλλά επιδείνωσε επιπλέον την κατάσταση, αφού στάθηκε αφορμή για εκδηλώσεις εμπάθειας απέναντι σε μια υποτιθέμενη εκπαιδευτική «ελίτ».

Τέλος, η θεσμοθέτηση ενός συστήματος Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση, που ως διεθνές αυτονόητο ουσιαστικά επιβλήθηκε από την Τρόικα στο τέλος του 2012, όχι μόνο ήρθε αργά και σε πολύ κακή συγκυρία, αλλά στάθηκε αφορμή να ενοχοποιηθούν ακόμα περισσότερο οι ΣΣ και ως άτομα, παρά το γεγονός ότι η ισχύουσα νομοθεσία επέβαλε τη συμμετοχή τους στην Αξιολόγηση, ως βασικό υπηρεσιακό τους καθήκον.

Ιδιαίτερα την περίοδο 2012-2014 τα ψεύδη περί άμεσης σύνδεσης της Αξιολόγησης με απολύσεις (ενώ αυτές πραγματοποιήθηκαν με τη μέθοδο της κατάργησης των οργανικών θέσεων), οι λοιδορίες και οι επιθέσεις στο θεσμό και τους ΣΣ έλαβαν διαστάσεις επιδημίας, χωρίς να υπάρξει αντίδραση ή στοιχειώδης προστασία από την Πολιτεία. Χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα έξω από το Υπουργείο Παιδείας κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης των ΣΣ στο νέο σύστημα Αξιολόγησης.

Το κλίμα αυτό ενισχύθηκε και από τη αμφίθυμη στάση των ηγεσιών του Υπουργείου εκείνη την περίοδο. Από τη μια μεριά θεσμοθετούσαν – σύμφωνα με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους – διαδικασίες Αξιολόγησης και από την άλλη καθυστερούσαν την άμεση υλοποίησή τους, συνειδητά ή ασυνείδητα λίγη σημασία έχει. Βασική αιτία: ο γνωστός μπαμπούλας του «πολιτικού κόστους».

Την περίοδο εκείνη σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η έλλειψη ξεκάθαρης στάσης από το Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ένωσης ΣΣ απέναντι στην Αξιολόγηση, καθώς και το γεγονός ότι μικρός αριθμός ΣΣ, για ιδεολογικούς λόγους ή έχοντας ήδη στραμμένο το βλέμμα στην «επόμενη» Κυβέρνηση, υπέγραψαν κείμενα εναντίον της Αξιολόγησης.

Έτσι, με την άνοδο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην εξουσία και με βάση τις «υποσχέσεις» που είχαν ήδη δώσει στους Εκπαιδευτικούς, όπου πλέον τα αριστερίστικα επιχειρήματα κατά του θεσμού των ΣΣ και της Αξιολόγησης έχουν ενσωματωθεί ακόμα και στη ρητορική της ΔΑΚΕ, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για την κατάργηση των ΣΣ. Εξάλλου, αυτή αποτελούσε παρακολούθημα της θέσης «οι εκπαιδευτικοί δεν αξιολογούνται» και τον καλύτερο τρόπο να δείξει η πολιτική ηγεσία ότι θα κρατήσει την υπόσχεσή της και στο μέλλον, αφού οι επιφορτισμένοι με την αξιολόγηση του διδακτικού και παιδαγωγικού έργου των εκπαιδευτικών έχουν πλέον «απαλειφθεί».

Το γεγονός, λοιπόν, δεν αποτελεί παρά την τελευταία πράξη του χρονικού «Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου». Επί ημερών της ΠΦΑ, στην μακρόχρονη πάλη μεταξύ της απολύτως ελεγχόμενης από το πατρωνιακό – κομματικό πολιτικό σύστημα Διοίκησης της Εκπαίδευσης και της «αξιοκρατικής» Παιδαγωγικής Καθοδήγησης νικητής αναδεικνύεται η πρώτη. Γιατί όχι, άλλωστε; Πόσο χρήσιμος είναι για την Ελληνική Πολιτεία ένας θεσμός που σχεδιάστηκε ώστε αυτή να ελέγχει δια των οργάνων της την ποιότητα του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου και να αξιολογεί τους εκπαιδευτικούς; Καθόλου, αφού το ελληνικό πολιτικό σύστημα και τις «φυλές» που το λυμαίνονται ουδέποτε απασχόλησαν οι λόγοι ύπαρξης των επιμέρους πολιτειακών θεσμών, αλλά ο έλεγχος τους προς «ίδιον όφελος».

Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, αν οι κυβερνώντες συνειδητοποιούν ότι ο δρόμος που άνοιξαν με την κατάργηση του συγκεκριμένου θεσμού ελέγχου, εποπτείας και αξιολόγησης συμβάλει στη νοηματοδότηση της πολυσυζητημένης «αυτονομίας» της σχολικής μονάδας με ό,τι οι ίδιοι αποκαλούν «νεοφιλελεύθερο» περιεχόμενο. Κάτι τέτοιο όμως έχει ελάχιστη σημασία, αφού ως γεγονός αποτελεί ένα ακόμα βήμα στο δρόμο της απόσυρσης του Κράτους από το χώρο της Εκπαίδευσης.


* Ο Νίκος Σαλτερής είναι επίτιμος σχολικός σύμβουλος Δ.Ε. και συγγραφέας
Πηγή: protagon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου