Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ευρωπαϊκή Εβδομάδα για την Αναπηρία και την Ανάπτυξη: «Η ψυχική ασθένεια του επαγγελματικού χώρου»

Η εβδομάδα που διανύουμε έχει οριστεί ως Ευρωπαϊκή Εβδομάδα για την Αναπηρία και την Ανάπτυξη (European Disability and Development Week) με πρωτοβουλία του International Disability and Development Consortium (IDDC), όπου η Εταιρία Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας συμμετέχει ως εταίρος.

Αφορμή είναι η συμπλήρωση 10 χρόνων από την υπογραφή της Διεθνούς Συνθήκης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) που πλαισιώνουν δυο συμβολικές ημέρες, η 3η και η 10 η Δεκεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα για τα Άτομα με Αναπηρία και για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αντίστοιχα. Και όλα αυτά με φόντο τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης-Ατζέντα 2030 που έχουν τεθεί από τον Ο.Η.Ε. προσβλέποντας σε μια κοινωνία πιο ανοιχτή, ισότιμη και τελικά βιώσιμη από όλους μας, σε όποια πλευρά και αν στεκόμαστε.

Παρά την αποδοχή της Διεθνούς Συνθήκης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία από τη χώρα μας, δεν έχουμε ακόμα νόμους συμβατούς με τη συνθήκη. Μάλιστα, η ελληνική κοινωνική πραγματικότητα δεν μοιάζει απλά ασύμβατη αλλά συχνά εχθρική. Το στίγμα και ο αποκλεισμός γίνονται σε πολλές περιπτώσεις βαρίδια μεγαλύτερα από την ίδια την ψυχονοητική δυσκολία, μορφή αναπηρίας για την οποία μιλάμε μέσα από αυτές τις γραμμές. Η αναγνώριση των δικαιωμάτων των ανθρώπων με αναπηρία, δεν είναι αυτονόητη. Αρκεί να θυμίσει κανείς ότι τα άτομα με ψυχοκοινωνικά προβλήματα συμπεριλήφθηκαν πρόσφατα στο αναπηρικό κίνημα.

Ποιά είναι τα δικαίωματα τους είναι σχεδόν άγνωστο στους περισσότερους πολίτες. Πολύ συχνά αντιμετωπίζονται , μάλιστα, ως κατώτεροι ή ως μη έχοντες κρίση, βούληση και ικανότητες. Ένας από τους τομείς όπου η καταπάτηση των δικαιωμάτων τους γίνεται περισσότερο εμφανής, είναι ο επαγγελματικός. Αν και σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ένας στους πέντε ανθρώπους παγκοσμίως θα αντιμετωπίσει κάποιο ψυχοκοινωνικό πρόβλημα, η ψυχική νόσος παραμένει ταμπού. Σε όλους τους εργασιακούς χώρους υπάρχουν άνθρωποι που είτε αντιμετωπίζουν είτε είναι πιθανό να εκδηλώσουν κάποια ψυχοκοινωνική δυσκολία-μεγαλύτερη ή μικρότερη- κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. Οι περισσότεροι κρύβουν το πρόβλημά τους για να μην χάσουν τη δουλειά τους, με ανυπολόγιστες συνέπειες στη σωστή παρακολούθηση και θεραπεία τους. Ακόμα πιο συχνά συμβαίνει να αντιμετωπίζονται αρνητικά από προϊσταμένους και συναδέλφους μπαίνοντας έτσι στο περιθώριο και σε μια βασανιστική σιωπή και απομόνωση καταργώντας την όποια θεραπευτική ιδιότητα της επαγγελματικής δραστηριότητας και της συναδελφικής συνύπαρξης.

Πολύ σπάνια οι εργασιακές συνθήκες θα προσαρμοστούν στις ανάγκες και τις δυνατότητες τους. Η πιθανότητα ένα άτομο με διαγνωσμένη ψυχική νόσο να βρει δουλειά είναι πολύ περιορισμένη. Οι Κοι.Σ.Π.Ε. (Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης), που βάζουν στην παραγωγική και δημιουργική διαδικασία άτομα με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες εκτός των προκλήσεων να σταθούν επιχειρηματικά, δεν μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση.

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό το ζήτημα της εργασίας για τα άτομα με ψυχοκοινωνικά προβλήματα; Αρχικά για τα ίδια τα άτομα και τις οικογένειες τους. Είναι αναμφίβολα σημαντική η δυνατότητα βιοπορισμού που μειώνει σε κάποιο βαθμό την εξάρτηση τους από την πολιτεία και τον κοινωνικό περίγυρο. Παράλληλα δεν περιθωριοποιούνται διατηρώντας σχέσεις και έχοντας κίνητρο να παραμείνουν ενεργά κομμάτια της κοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό τονώνεται η αυτοεκτίμηση, η αίσθηση της ισοτιμίας και αναβαθμίζονται οι δεξιότητές τους, κάτι που συντελεί αποφασιστικά στη θεραπεία ή την καλή έκβαση της νόσου.

Η επαγγελματική δραστηριοποίηση μέσα σε ένα κατάλληλο πλαίσιο που αξιοποιεί τις ικανότητες του ατόμου με κάποια ψυχοκοινωνική δυσκολία και ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις απαιτήσεις της εκάστοτε εργασίας μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα, όπως έχει αποδειχτεί. Αυτό επιβεβαιώνουν εξάλλου και οι συχνές περιπτώσεις όπου το ψυχοκοινωνικό πρόβλημα δεν προϋπήρχε, αλλά πυροδοτήθηκε λόγω της απώλειας της εργασίας (καταθλίψεις, αυτοκτονίες κ.α.) και κατά προέκταση ενός μέρους της κοινωνικής ταυτότητας κάποιου. Παράλληλα και πέρα από τα στενό προσωπικό ή οικογενειακό πλαίσιο, η επαγγελματική απασχόληση των ανθρώπων με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες μπορεί να έχει ευρύτερα οφέλη για την ίδια την κοινωνία συμβάλλοντας καθοριστικά σε τρία επίπεδα; διαφυλάσσοντας την κοινωνική συνοχή, αυξάνοντας το ενεργό ανθρώπινο δυναμικό της χώρας και μειώνοντας τη δαπάνη θεραπείας των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων.

Η εργασία είναι δικαίωμα. Η αναπηρία-σε όποια μορφή της- δεν μπορεί και δεν πρέπει να σημαίνει κατάργηση του δικαιώματος αυτού. Ο κοινωνικός αποκλεισμός που κουβαλά την εργασιακή απομόνωση είναι στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη αναπηρία. Ας το θυμόμαστε αυτό κάθε φορά που από τη θέση συναδέλφου, εργοδότη ή απλού πολίτη βρεθούμε μπροστά στο ερώτημα: πρέπει να δουλεύει ένα άτομο με ψυχική νόσο;

*Περισσότερες πληροφορίες για την καμπάνια για την Ευρωπαϊκή Εβδομάδα για την Αναπηρία και την Ανάπτυξη (#EDDW16) και τους τρόπους υποστήριξής της, μπορείτε να βρείτε εδώ: https://www.facebook.com/IDDCinfo/,https://www.facebook.com/ekpse/

** Η Μαρία Λαζαρίδου είναι ψυχίατρος και Επιστημονική Διευθύντρια της Εταιρίας Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου